Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταινία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταινία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013 0 σχόλια

Κινηματογραφικές Περιπλανήσεις (έως 15/9)


Παρατήρηση παλιά αλλά πάντα επίκαιρη: Τα πολυ-σινεμά έχουν αλλάξει αρκετά την φυσιογνωμία και τον χαρακτήρα της κινηματογραφικής βραδιάς (με ότι αυτό σημαίνει για τον καθένα). Διαμορφώνεται μια σύμφυτη με τα mall και την λογική τους ομάδα που δεν πάει για εκείνη την ταινία, αλλά πάει για ταινία σκέτο, αφήνοντας το ‘’εκείνη’’ να κριθεί από μια στρατιά από παρατεταγμένες αφίσες (και κατάλληλες ώρες προβολής). Φυσικά, το ίδιο το προϊόν εξελίσσεται ώστε να ανταποκριθεί στην τάση και να την διαμορφώσει συνάμα- τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια σαφής συνταγή στην παραγωγή ταινιών (με κέντρο την δυτική ακτή των ΗΠΑ) και αυτήν την εβδομάδα έχουμε δυο εκπροσώπους της συνταγής σε πολλές αίθουσες. 
Η συνταγή είναι σχετικά απλή- παίρνουμε ένα μύθο, κατά προτίμηση ένα μύθο που ακούμπησε μια ή δυο γενιές πίσω και είναι τώρα κάπως κουρασμένος, τον επαναπροσδιορίζουμε σε πιο μοντέρνες εκδοχές και ύστερα προσθέτουμε κάποια νέα πρόσωπα, ξανά στα γούστα (ή διαμορφώνοντας τα γούστα) του τωρινού κοινού. Κατά προτίμηση, το προϊόν πρέπει να έχει συνέχειες (1, 2, 3 ή και 4) και επίσης κατά προτίμηση πρέπει να διαμορφωθεί ένα πλατύ πλέγμα αγοράς γύρω του (από τα βιβλία-based upon, μέχρι συναφή προϊόντα κλπ). Άρα λοιπόν, χωρίς καμία δόση ελιτισμού αλλά μόνο με βάση την ταπεινή παραδοχή ότι το πακέτο Twilight και σία δεν προσφέρει κινηματογραφική συγκίνηση αλλά ένα κάπως ακριβούτσικο ψυχαγωγικό δίωρο, συνιστούμε την αποφυγή οποιασδήποτε προβολής με τους τίτλους:

Θανάσιμα Εργαλεία: Η πόλη των οστών
Ο Πέρσι Τζάκσον και η θάλασσα των Τεράτων

Από εκεί και πέρα:  

Η οικογένεια Μίλερ (We’re the Millers) είναι ένα παράξενο υβρίδιο- φυσικά, είναι μια κλασσική mainstream αμερικάνικη κωμωδία, αλλά σε αντίθεση με την τάση των τελευταίων είναι σε θέση να προκαλέσει γέλιο. Αλλά για λίγο. Η ιστορία αφορά ένα μικρομέγαλο τεμπελχανά (ο κύριος Σουντέκις, που θα εμφανιστεί αρκετά συχνά στο μέλλον) που διακινεί μαριχουάνα και που του ανατίθεται να μεταφέρει μια (μεγάλη όπως προκύπτει) δόση από το Μεξικό. Για να το κάνει, πρέπει να σατιρίσει την Όσια Αμερικανική Οικογένεια (που φυσικά θα πέρναγε τα σύνορα χωρίς να την υποπτευθεί κανείς, ειδικά αν φορά μεξικάνικα καπέλα) κατασκευάζοντας ένα μικρό θίασο: Η μαμά είναι μια μοναχική στρίπερ (η Τζένιφερ Άνιστον, η Ρέιτσελ που όλοι αγαπήσαμε), η κόρη είναι μια έφηβη που το ‘χει σκάσει από την δυσλειτουργική της οικογένεια (Έμα Ρόμπερτς, ανεψιά της Τζούλια συνονόματης), ο γιός είναι ένα παρατημένο από την μάνα του παιδί (Εντ Χελμς). Ντύνονται, πλασάρονται ως γνήσιοι αμερικάνοι μεσοαστοί και φυσικά, περνάνε τα σύνορα υπεράνω πάσης υποψίας. Επίσης φυσικά, αρχίζουν οι αναποδιές, αλλά το θέμα είναι αλλού- όσοι είδαν ως τώρα μια σάτιρα, θα δουν την ταινία να αποδομεί τον εαυτό της καταλήγοντας να θεοποιεί αυτό που σατιρίζει: Η συντηρητική, απολιτίκ, θεοσεβούμενη οικογένεια που ταξιδεύει με το τροχόσπιτο και κρύβει τις δυσλειτουργίες της στο πορτ-παγκάζ είναι τελικά το happy end.  Οι αστείες στιγμές είναι μαζεμένες στο trailer, ακόμα και το στριπτίζ της Άνιστον (που κατά βάση ήταν το marketing της ταινίας), ακόμα και όλη η υπόθεση.  

Δύο είναι οι ταινίες που ξεχωρίζουν, για διαφορετικούς λόγους και διαφορετικά γούστα. 


Η Θλιμμένη Τζασμίν (Blue Jasmine) είναι η καινούρια ταινία του Γούντι Άλλεν και στην οποία πρωταγωνιστεί η Κέιτ Μπλάνσετ. Αυτά είναι αρκετά διαπιστευτήρια για αρκετούς, αλλά πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο Γούντι Άλεν σταματάει την εκτός Αμερικής περιοδεία του (ξεκίνησε από το Match Point και το Scoop, πήγε στο παραγνωρισμένο Όνειρο της Κασσάνδρας και γνώρισε ένα ψηλό μελαχρινό άντρα, πέρασε τα Μεσάνυχτα στο Παρίσι αφού πρώτα τσέκαρε την Βαρκελώνη με την Βίκυ και την Κριστίνα και ολοκληρώθηκε κάπως κουρασμένα στην Ρώμη, με αγάπη), επιστρέφει σε προσφιλή του θέματα και τα μπολιάζει και με ένα λεπτό κοινωνικό σχολιασμό που μπορεί να γεννήσει ζωηρές μετα-κινηματογραφικές συζήτησεις.  
Πως αλλιώς, όταν η πρωταγωνίστρια ταξιδεύει από την καλογυαλισμένη, ματαιόδοξη και άπληστη αλλά εκτυφλωτικά γυαλιστερή ‘’υψηλή κοινωνία’’ των κοσμικών πάρτι και δεξιώσεων, στην αβάσταχτη (για εκείνη) λαϊκότητα του κοινωνικού περίγυρου της αδερφής της στο Σαν Φρανσίσκο, στην αβάσταχτη (για εκείνη) ανάγκη να βρει δουλειά και στην κατανάλωση αλκοόλ και χαπιών ως λίπασμα για το νευρικό της breakdown.

Κάθε ταινία του Γούντι Άλεν είναι ούτως ή άλλως ένα κινηματογραφικό γεγονός (ακόμα και οι μέτριες δουλειές του, είναι εξαιρετικές) αλλά ήδη η ταινία οδεύει ταχύτατα προς τον πάνθεον των καλύτερων στιγμών του.

Από την άλλη, αλλάζοντας τελείως κλίμα και περνώντας από τις νευρωτικές κοινωνικές κωμωδίες στην περιπετειώδη επιστημονική φαντασία, το Elysium ξεχωρίζει για δυο βασικούς λόγους: Πρώτον, ο σκηνοθέτης κ. Nιλ Μπλομκαμπ είχε παραδώσει πριν 4 χρόνια την παραγνωρισμένη (στο ευρύ κοινό) ταινία District 9, στην οποία οι εξωγήινοι ήταν αναγκασμένοι να στιβάζονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης σαν πρόσφυγες σε ένα βαθιά ρατσιστικό πλανήτη και η επιστημονική φαντασία εργαλείο για οξύ κοινωνικό σχολιασμό. Στο Elysium, που εμφανίζεται ο Ματ Ντέιμον και η Τζόντι Φόστερ, μεταξύ άλλων, ο κόσμος το 2154 είναι τόσο βαθιά ταξικά πολωμένος που οι έχοντες ζουν πλουσιοπάροχα σε ένα διαστημικό σταθμό ενώ οι ‘’πολλοί’’ αργοπεθαίνουν σε ένα κατεστραμμένο πλανήτη, απομεινάρι της Γης. Παραμένει βέβαια μια ταινία με μπουμ-μπουμ, δράση, ‘’σωτήρες’’ (ο ρόλος του Ματ Ντέιμον) και τους απαραίτητους ύμνους όταν φτάνει η στιγμή της ‘’θυσίας για το κοινό καλό’’, και στην πραγματικότητα, παρά την αιχμηρή αρχική της πρόθεση δεν αναπτύσσει τις ιδέες και το περιεχόμενο, στο βαθμό που θα μπορούσε. Ανεβάζοντας την κλίμακα της μορφής, ο δημιουργός πάει ένα βήμα πίσω στην κλίμακα του τι έχει να πει πίσω από τα εφέ, και αυτή είναι μια επαναλαμβανόμενη σύμβαση για την μεγάλη μηχανή παραγωγής ταινιών σήμερα.


Πηγαίνοντας όμως στην ουσία της κινηματογραφικής περιπλάνησης, για όσους μένουν και τριγυρίζουν την Αθήνα, μακριά από τα multiplex και μετά από μια κουραστική μέρα στο πλευρό των απεργών καθηγητών και δασκάλων, και εφόσον δεν υπάρχει κάποιο γεγονός στην ΕΡΤ, υπάρχουν σημεία στην πόλη για όμορφες κινηματογραφικές βραδιές. Φυσικά θα ξεχνάμε ή θα μας διαφεύγουν αρκετές περισσότερες, αλλά σε κάθε περίπτωση, η κινηματογραφική εβδομάδα θα μπορούσε να περιλαμβάνει τα εξής, ατάκτως και για κάθε γούστο:

·         Δευτέρα ως Τετάρτη, εκεί γύρω στις 10, στον κινηματογράφο Άστυ στο Μετρό Πανεπιστήμιο, για μια από τις πιο βέβηλες και εμβληματικές ταινίες όλων των εποχών, από ένα κορυφαίο σκηνοθέτη: Η Βιριδιάνα του Λουίς Μπουνιουέλ και την φοβερή ερμηνεία της Σιλβάνα Κορσίνι, η αιτία που κάθε συντηρητικό κύτταρο του πλανήτη ανατρίχιασε κάπου στις αρχές του ’60. Καθώς όλο το έργο του Μπουνουιέλ γίνεται ομορφότερο καθώς παλιώνει η αισθητική του, η Βιριδιάνα είναι μια ταινία που κάθε κινηματογραφόφιλος πρέπει να απολαύσει (ή να γίνει εξ’αιτίας της).

·         Με την παρακάτω σειρά: Αγοράζουμε το τελευταίο Εκτός Γραμμής και διαβάζουμε για το νουάρ, δια χειρός Γ. Καλαμπόκα. Ανατρέχουμε σε όσα νουάρ έργα έχουμε απολαύσει τα τελευταία χρόνια (βιβλία ή ταινίες) και αποφασίζουμε να πάμε θερινό σινεμά για το έργο που βρίσκεται στο λεξικό δίπλα στο λήμμα ‘’noir’’. Το γεράκι της Μάλτας, με τον Χάμφρει Μπόγκαρτ ως Σαμ Σπέιντ από το ομώνυμο βιβλίο του Ντάσιελ Χάμετ (έξοχο, επίσης). Παλιό, κλασσικό καπνισμένο και ασπρόμαυρο, αξίζει να το δει κανείς πριν βγάλουν το αναπόφευκτο remake (έχει αργήσει), στο ΠΑΛΑΣ, Υμητού 109, λίγο μετά τις 10.30. Από έργα σαν αυτά γεννήθηκαν οι femme fatale, οι μοναχικοί ντεντέκτιβ και η γκρίζα ζώνη ανάμεσα στο καλό και το κακό.


·         Εναλλακτικά, στον ίδιο κινηματογράφο, πηγαίνουμε λίγο μετά τις 8, αφού πρώτα όμως έχουμε νοικιάσει το Τριο της Μπελβίλ για after σε κάποιο σπίτι με φίλους. Είναι ο Θαυματοποιός του Σιλβιέν Σομέ (που έχει κάνει και το Τριο της Μπελβίλ) και είναι στην πραγματικότητα μια άσκηση: Πόσο εντυπωσιακά ζεστό και ευχάριστο μπορεί να είναι ένα μινιμαλιστικό animation, χωρίς λόγια, και πόσο γλυκόπικρα ψυχογραφήματα μπορεί να αναπτύξει, κοντράροντας το παλιό με το νέο σε ένα κόσμο που αλλάζει. Και οι δυο ταινίες είναι προϊόντα κινηματογραφικής μαγείας και υψηλής αισθητικής, back to back ακόμα καλύτερα.

·         Πηγαίνοντα σε κλασσικές επιλογές, όχι πολύ μακριά, και μένοντας στην επιλογή για θερινό σινεμά, στο σινε Όασις (9 και 11 οι προβολές) παίζει η Διπλή Ζωή της Βερόνικα του Κριστόφ Κισλόφσκι. Θυμηθείτε: 



       Λίγο πιο κάτω, στον δημοτικό κινηματογράφο ΣινέΔάφνη, μπορεί κάποιος να ξαναδεί Τα πουλιά του Άλφρεντ Χίτστκοκ, ενώ δυο δρόμους πάνω από την Σόλωνος, στον θερινό ΒΟΞ, μπορεί κάποιος να αναζητήσει την καλύτερη ίσως δικαστική ταινία: Οι 12 ένορκοι του Σίντει Λιούμετ είναι ένα κλειστοφοβικό θρίλερ δωματίου, που ενώνει το θέατρο με τον κινηματογράφο και μένει μέχρι σήμερα (από το 1957) αξεπέραστο.



·         Αν τίποτα από όλα αυτά δεν είναι αρκετό, άλλα δυο: Καθαρή ψυχαγωγία παλιάς κοπής, μεστωμένη σαν καλό κρασί. Ξεχάστε τα πρόχειρα remake με τον Πιρς Μπρόσναν και την Ρενέ Ρούσο- ένα από τα ωραιότερα ζευγάρια, Στιβ ΜακΚοουίν και η Φέι Ντάναγουει στην Υπόθεση Τόμας Κράουν.  Κοντά στη Λεωφόρο εθνικής αντιστάσεως, στην Καισαριανή, κινηματογράφος (θερινός, όσο προλαβαίνουμε) και στις 8.30 και στις 10.30. Είναι γουέστερν, είναι ιστορία με κλέφτες και αστυνόμους, είναι στυλ, είναι φινέτσα, είναι σέξι, είναι υπόδειγμα για τις ταινίες αυτού του είδους. Αλλάζοντας όμως τελείως μέρος και στυλ (κρατάμε το θερινό), πάμε πρώτα μια βόλτα από ένα βιβλιοπωλείο και αγοράζουμε την κραυγή απελευθέρωσης μιας ολόκληρης γενιάς στην Αμερική. Διαβάζουμε το βιβλίο του Τζακ Κέρουακ Στο Δρόμο μονορούφι, σε κάποια ήσυχη γωνιά στο Θησείο ή τις γύρω περιοχές και ύστερα προμηθευόμαστε και το Ουρλιαχτό του Γκίνσμπεργκ για την ποιητική έκφραση της γενιάς του μπιτ. Κατόπιν, πηγαίνουμε στο θερινό Σινέ-Ψυρρή (8.30 είναι καλά, Δευτ-Τετ) και βλέπουμε την μεταφορά του από τον Βάλτερ Σάλες. Εδώ υπάρχει ένα καλό και ένα κακό όμως: Το καλό είναι ότι ο Βάλτερ Σάλες μας έδωσε και τα ημερολόγια μοτοσικλέτας (και άρα τα road movie που κρύβουν στους ορίζοντές τους την επανάσταση του πάνε). Το κακό είναι ότι η ταινία ρέπει συνεχώς στο να αποφορτιστεί από όλα όσα συμβόλισε κάποτε η ελευθεριακή περιπλάνηση του Κέρουακ –ίσως να φταίει η Κίρστεν Στιούαρτ, ίσως είναι αλήθεια ότι κάποια λογοτεχνικά αποτυπώματα μιας γενιάς σε υπαρξιακή αναζήτηση και κοινωνική αμφισβήτηση δεν είναι απαραίτητα κινηματογραφήσημα. 
Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012 0 σχόλια

To Rome with love (2012)

O  Woody Allen είναι ένας δημιουργός με περισσότερες από 45 ταινίες στο ενεργητικό του (από το '70 φτιάχνει τα νευρωτικά του σκετς). Ακόμα καλύτερα, ο Woody Allen είναι ένας δημιουργός που από το 1977 φτιάχνει ανελλιπώς μια ταινία το χρόνο. Με μια τέτοια παραγωγικότητα στα όρια της εμμονής  (κανείς δεν ξέρει γιατί το 1976 δεν έφτιαξε ταινία. Ίσως επειδή το '77 έφτιαξε την καλύτερή του, το Annie Hall, που είπε όλα όσα είχαν να ειπωθούν στην κατηγορία ρομαντική κομεντί) είναι λογικό να μην βγαίνουν πάντα όλα στην εντέλεια- πέρυσι άλλωστε, το Midnight in Paris ήταν η πιο οσκαρική και εμπορική ταινία του. Η ταινία ''To Rome with love'' ίσως να είναι ένα από τα παραδείγματα ''μέτριας'' στιγμής, ωστόσο πρέπει να σημειωθεί: Μια μέτρια ταινία του Woody Allen είναι μια καλή ταινία για τον μέσο όρο και σίγουρα πολύ πιο αστεία από σχεδόν οποιαδήποτε κωμωδία εξ'Αμερικής.

Στα πλαίσια του ετήσιου ραντεβού του, ο Woody Allen εγκατέλειψε την σταθερή αγάπη του Νέα Υόρκη κάπου το 2005, όπου και ξεκίνησε ένα ευρωπαικο tour έμπνευσης στην Ευρώπη. Αρχικά ήταν η Αγγλία με 3 ταινίες (Match Point, Scoop και Cassandra's Dream), ακολούθησε η Βαρκελώνη (Vicky, Cristina Barcelona), ένα πέρασμα από το Παρίσι τα μεσάνυχτα και ο -έτσι λέγεται- επίλογος με την Ρώμη. Η ταινία είναι στην πραγματικότητα ένα σπονδυλωτό σώμα 4 ιστοριών με κοινό σημείο ότι διαδραματίζονται γύρω από την Fontana di Trevi και το Κολοσσαίο (και χωρίς κάποια άλλη σύνδεση) όπου στη φόρμα της κωμωδίας αναπτύσσονται όλες οι γνωστές (και κάποιες καινούριες) θεματικές του Allen: Οι νευρώσεις της καθημερινότητας, οι νευρώσεις του έρωτα, οι νευρώσεις του επερχόμενου θανάτου, οι νευρώσεις της μαζικής υστερίας για διασημότητα και πολλά ακόμα, διατυπωμένα από την οικεία φλυαρία ενός πολυμελούς cast που περιλαμβάνει -μετά από καιρό- και τον ίδιο τον Woody Allen. 

  • Η μια ιστορία αφορά τον ερχομό στην Ρώμη των γονιών μιας κοπέλας που παντρεύεται έναν αντικομφορμιστή και αριστεριστή Ιταλό, ο οποίος τυγχάνει να έχει ένα πατέρα φυσικό ταλέντο στο οπερατικό τραγούδι και τον οποίο ο συντηρητικός και νευρωτικός πεθερός (Allen) θέλει να προωθήσει (είναι σκηνοθέτης όπερας). Μόνο που ο εν δυνάμει pavarotti μπορεί και τραγουδά καλά μόνο όταν βρίσκεται στο ντους...

  • Η δεύτερη ιστορία αφορά έναν τυπικό και νερόβραστο υπαλληλάκο που μια μέρα ξυπνάει και είναι, εντελώς αναίτια, διάσημος. Ο Roberto Beningi χρησιμοποεί την μανιέρα του με λίγο άρωμα Allen και κυκλοφορεί έκπληκτος στους δρόμους της Ρώμης ερωτώμενος συνεχώς για το πως έφαγε το πρωινό του μέχρι τι εσώρουχα φοράει. Μέχρι που ο θόρυβος, το ίδιο αναίτια, καταλαγιάζει, και γίνεται πάλι άσημος και νερόβραστος.  

  • Η τρίτη ιστορία παρακολουθεί τον Alec Baldwin, καθώς επιστρέφει ως καταξιωμένος αρχιτέκτοντας στην πόλη που έζησε ως φοιτητής, όπου και συναντάει μια νεαρή εκδοχή (ή μήπως τον εαυτό του;) του εαυτού του (Jesse Eisenberg σε μίμηση του Woody Allen) και αρχίζει να συμβουλεύει ενάντια στις ερωτικές κακοτοπιές που φέρει μαζί της η νεαρή νάρκισσος και μοιραία Ellen Paige (σε κόντρα ρόλο) που του παίρνει τα μυαλά. 


  • Τέλος, η τέταρτη ιστορία συστήνει ένα νεαρό προσφάτως αρραβωνιασμένο ζευγάρι από την Ιταλική επαρχία που φτάνει στην Ρώμη κυνηγώντας το όνειρο: Την αίγλη, την καλή δουλειά, την καλή ζωή. Στην πορεία, μια σειρά ατυχών γεγονότων και η χαοτική δόμηση της Ρώμης θα οδηγήσει τον συνεσταλμένο σύζυγο να κυκλοφορεί με την ιερόδουλη Penelope Cruz (ο ρόλος της είναι απλώς να κυκλοφορεί με ένα κοντό, προκλητικό κόκκινο φόρεμα) ως γυναίκα του, ενώ η ντροπαλή σύζυγος θα καταλήξει στο κρεβάτι ενός διάσημου ηθοποιού. 

Καλώς ή κακώς, δεν έχουν όλες οι ιστορίες την ίδια δυναμική και το ίδιο ενδιαφέρον. Μετά από μερικά πλάνα της Ρώμης που αγκαλιάζεται σε κάθε πιθανή πλευρά της, η καινούρια ταινία του Allen φαντάζει ως μια συρραφή ανολοκλήρωτων ιδεών, σαν να μην του προέκυψε ''μια-αλλά-καλή'' για να του δώσει αφορμή να γυρίσει ταινία στην Ρώμη. Επιπλέον, ακόμα και αν το χρονικό ασυνεχές μεταύ των ιστοριών είναι αδιάφορο στα πλαίσια της αφήγησης, το τράβηγμα τουλάχιστον δυο εξ αυτών για να έχουν όλες ισότιμο χρόνο είναι εμφανές: Βλέπουμε τον Benigni έκπληκτο ξανά και ξανά, ενώ το ευφάνταστο εύρημα μιας όπερας με ντουζιέρα στη μέση εξαντλείται όσο δεν πάει. Επιπλέον, το θέμα της ''άσκοπης διασημότητας'' είναι και κάπως χιλιοειπωμένο (δεν το λέει και πολύ διαφορετικά) ενώ σε όλες σχεδόν τις ιστορίες η ''λύση'' τους είναι μάλλον προβλέψιμη και ανέμπνευστη (SPOILERS: ο Benigni αναπολεί την διασημότητά του, ο πατέρας τραγουδά πετυχημένα σε όπερα ενώ κάνει ντους, το ζευγάρι ξαναγυρίζει πίσω, η Ellen Paige φεύγει και παρατάει στα κρυα του λουτρού τον Jesse Aisenberg και ο Baldwin του λέει ''σταλεγαγω''). 

Επιπλέον, ενώ για το Λονδίνο και το Παρίσι και την Βαρκελώνη οι θεματικές συνταιριάζανε με τις πόλεις, εδώ η ιδιαίτερη ταυτότητα της Ρώμης προκύπτει κυρίως μέσα από τα πλάνα στους δρόμους της παρά από το θέμα. Το Λονδίνο ήταν κατάλληλα αυστηρό για να αφήσει τις νευρώσεις και να μιλήσει για πιο αυστηρούς κανόνες συμπεριφοράς και για τον ρόλο της τύχης. Η Βαρκελώνη φέρει έναν ερωτισμό πιο ταιριαστό στην Penelope Cruz. Το Παρίσι είναι μάλλον κατάλληλο για να ξετυλίξει κανείς όψεις του Ευρωπαικού πολιτισμού σε μεταμεσονύκτια ταξίδια στον χρόνο.  Οι ιστορίες που συμβαίνουν στην Ρώμη είναι ιστορίες που θα μπορούσαν να συμβαίνουν σε οποιαδήποτε ευρωπαική χώρα, ακόμα και στην .... Πάτρα (σε αυτό παραπλανεί το παρακάτω τραγούδι που είναι το βασικό μουσικό score της ταινίας:). 


Παρά τις αδυναμίες ωστόσο, ίσως η κριτική έχει πέσει πιο βαριά από όσο θα αντιστοιχούσε, όπως και τα σχόλια για την ηλικία του Allen και το κάπως αλλοιωμένο κωμικό του timing. Στο κάτω κάτω, η ταινία είναι πολύ καλύτερη από αυτήν που έκανε μια δεκαετία ακριβώς πριν (Anything Else), οριακά είναι καλύτερη από το υπερτιμημένο Scoop (κατ'εμέ και από το επίσης υπερτιμημένο Match Point, αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα) ενώ έχει πολλές εύστοχες κωμικές στιγμές. Ειδικά ο Woody βγάζει γέλιο σχεδόν σε κάθε του ατάκα.

Η επιστροφή του στη Νέα Υόρκη ίσως είναι ένας οιωνός εκ νέου έμπνευσης (εννοείται πως ετοιμάζει ταινία για το 2013, δεν σταματά ο τύπος). Η βασική του θέση για την περίοδο πάντως περιγράφεται μέσα από τον εαυτό του: Η συνταξιοδότηση για αυτόν, το να σταματήσει να δημιουργεί, ισοδυναμεί με τον θάνατο. Στα 73 του παραμένει κάτι παραπάνω από μάχιμος.
Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012 0 σχόλια

weekly digest #1 (raid, australia, the grey)

Διάφορες ταινίες, τίποτα το φοβερό ή ιδιαίτερο, με σειρά προτίμησης και spoilers, όπως πάντα: 

Raid: Redemption (2012)


Υπόθεση: Μια ομάδα ειδικών δυνάμεων κάνει ένα πρωινό ντου σε μια ξενοδοχειακού τύπου εγκατάσταση (μάλλον στην Ινδονησία) όπου μένει ένας αρχιμαφιόζος. Βασικά με αφορμή αυτό, πέφτει ανελέητο πιστολίδι και ξύλο σε όλους τους ορόφους και διαδρόμους του κτιρίου, καθώς ο αρχιμαφιόζος εξαπολύει ένα ολόκληρο στρατό. Κάπου ανάμεσα στο χαμό, ένας swat (που μοιάζει λίγο με τον Eric Bana) έχει αδερφό ένα από τα πρωτοπαλίκαρα. Επίσης με αφορμή αυτό παίζει ανελέητο βρωμόξυλο. Βασικά χορογραφημένο βρωμόξυλο, πιστολίδι, μαχαίρια, μασέτες για δυο ολόκληρες ώρες ασταμάτητα και επιπλέον: Η ταινία είναι ακόμα καλύτερη και τιμιότερη από όσο ακούγεται.

Τίμια ταινία δράσης. Ο υδραυλικός μπαίνει να φτιάξει την βρύση, η γκόμενα φοράει μπουρνούζι, το μπουρνούζι πέφτει. Δεν χρειάζονται παραπάνω βαρετές λεπτομέρειες. Σε αντίθεση με την μόδα της εποχής να κάνει τις ταινίες δράσης υπαρξιακά δράματα (στο επόμενο James Bond ο σκηνοθέτης είναι ο Sam Mendes, που μεταξύ άλλων έχει κάνει το American Beauty) ή εξωφρενικές πατάτες (MI4). Το Raid είναι η πιο καθαρόαιμη ταινία δράσης που μπορεί να υπάρξει και μια από τις πιο αντρικές ταινίες στην ιστορία του σινεμά (εμφανίζεται μια γυναίκα σε όλη την ταινία, για 3" στην αρχή και 3 άσχετα " κάπου ανάμεσα. Ακόμα και στις ταινίες του Statham οι γυναίκες σε κοινό και ταινία έχουν μεγαλύτερο ρόλο). 

Η ταινία ξεκινάει με πιστολίδι. Ωραίο πιστολίδι, μια χαρά, τελειώνουν οι σφαίρες. Περνάμε στις μασέτες και τα μαχαίρια. Η ταινία αρχίζει να απογειώνεται. Ουτε stealth-από-πίσω-και-στο-λαρύγγι ούτε πετάω μαχαίρια από μακριά. Rambo μαχαίρια, face to face, και όποιον πάρει ο χάρος. Πάνε και τα μαχαίρια, ώρα για ωμό ξύλο (το λέει ακριβώς έτσι και ένα από τα πρωτοπαλίκαρα). Η ταινία εκτινάσσεται σε δυσθεώρητα ύψη ανδρεναλίνης και τεστοστερόνης. Η ινδονησιακή πολεμική τέχνη που χρησιμοποιείται λέγεται Pencak Silat: Ξεχάστε το αμυντικό αικίντο του Segal ή το Kung Fu του Lee. Το Pencak Silat χρησιμοποιεί όλα τα όπλα, είναι άμυνα και επίθεση μαζί και είναι σαν splatter μπαλέτο που θα τρόμαζε και τον Τσακ Νόρις. 

Κλειστοί χώροι, άψογη σκηνοθεσία και ακόμα πιο άψογη χορογραφία, δυστυχώς σύντομα θα έχει και US Remake. Όπως σε πάμπολλες περιπτώσεις (REC, Insomnia κλπ) το πρωτότυπο είναι και καλύτερο.

Australia (2008)

Όταν μια ταινία σου κοστίζει περίπου 150εκ. δολάρια (!!!!) και ανοίγει σε 2500 αίθουσες στην Αμερική και βγάζει συνολικά 14 εκ. τότε κάτι πάει στραβά. Ειδικά αν έχεις όλες τις προυποθέσεις: Δυο μεγάλους σταρ (Nicole Kidman, Hugh Jackman), αληθινά ιστορικά γεγονότα Β' Παγκοσμίου Πολέμου (η επίθεση των Ιαπώνων στην Αυστραλία μετά το Pearl Harbor), μια χώρα απίστευτης ομορφιάς και κληρονομιάς για κάθε πιθανό πλάνο, τόσα πολλά λεφτά και έχεις ήδη εμπορικό όνομα σαν σκηνοθέτης (Baz Lurman) με το Moulin Rouge (και ας είναι 7 χρόνια πριν). Τι πάει στραβά όμως σε αυτό το 3ωρο (!!) lovestory έπος ανάμεσα σε μια αγγλοαριστοκράτισα και έναν φτωχό και μόνο cowboy από την αυστραλιανή ενδοχώρα;

Κατ'αρχήν, η υπερβολική φιλοδοξία. Ο Λούρμαν έφτιαχνε χρόνια αυτήν την ταινία, θέλοντας να φτιάξει κάτι ευθέως ανάλογο του ''Όσα παίρνει ο άνεμος'', που είπε ίσως όλα όσα υπήρχαν να ειπωθούν για επικά lovestory εν μέσω πραγματικών ιστορικών γεγονότων. Και δεν έχει ξαναβγεί έκτοτε ανώτερο σκατοθύληκο από την Βίβιαν Λι ούτε πιο άντρας από τον Ρεπ Μπάτλερ. Μου φάνηκε λιγότερο βαρετό σε σημεία από ανάλογες υπερτιμημένες ταινίες όπως ο Άγγλος Ασθενής (ύπνος βαρύς και ασήκωτος) αλλά τα θέματα που θέλει να πιάσει είναι too much και φαίνεται: Να πιάσουμε, φυσικά, το love story και να του βάλουμε και δυσκολίες. Να πιάσουμε τις καταστροφικές συνέπειες των μονοπωλίων. Να πιάσουμε την χαοτική και όμορφη ήπειρο και το πόσο χαοτική και όμορφη είναι. Να πιάσουμε θέματα ρατσισμού. Να πιάσουμε την παράδοση και τους Aborigines. Να πιάσουμε την ''κλεμμένη γενιά'', το παιδομάζωμα δηλαδή που έκαναν οι άγγλοι στους ιθαγενείς για να τους κάνουν χριστιανούς και γενικώς να κάνουν κουμάντο αλα-Αμερική-απεναντι-στους-Ινδιάνους. Να πιάσουμε τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στην Αυστραλία και τον βοβμαρδισμό από τους Ιάπωνες. Να πιάσουμε την σνομπαρία της υψηλής κοινωνίας της Αυστραλίας και να την βάλουμε σε αντιδιαστολή με τον φεμινιστικό ρόλο της Kidman. Να μιλήσουμε για τον ψυχισμό του Αρσενικού καβαλάρη με όρους Malboro Man (αν και δεν καπνίζει κανείς σε μια ανούσια πολιτική ορθότητα) και Lucky Luke. Είναι τόσα πολλά (και αρκετά ακόμα) που το να χαθεί η μπάλα είναι εύκολο. 

Επίσης, η αποσπασματική αφήγηση. Το να βάλεις τον πήχη στο 3ωρο είναι δύσκολη υπόθεση. Η ταινία μοιάζει να τελειώνει 2 φορές και μετά στη θέση της να αρχίζει μια καινούρια ταινία. Ξεκινάει ως κωμωδία (καλή κωμωδία) με την άφιξη της πριγκίπισσας του πάγου (που παραμένει τέτοια και εδώ) Kidman στην Αυστραλία και γνωρίζει τον κάτι σαν Clint Eastwood, Mad Max, Lucky Luke, Batman, Wolverine, Rep Butler Χιού Τζάκμαν. Μετά γίνεται western road movie και τεύχος από Lucky Luke με το ταξίδι των γελαδιών προς την πρωτεύουσα (καλό τεύχος). Φυσικά τα καταφέρνουν (κόντρα στους δολιοφθορείς ενός αρχικαπιτάλα που θέλει μονοπώλιο στα γελάδια προς το στρατό) και το love story ολοκληρώνεται. Ύστερα όλα αλλάζουν ξανά, το ζευγάρι χωρίζει γιατί ο Jackman δεν θέλει να βγάλει ρίζες με την άσπρη ξυλόκοτα και αρχίζει πόλεμος. Μετά είναι μια πολεμική ταινία. Ο πόλεμος τελειώνει και το ζευγάρι επανενώνεται. Μετά είναι ένα τέλος που απλά κρατάει πολύ. Το μόνο συνδετικό στοιχείο είναι ένα παιδάκι-μιγάς, μισό λευκός μισό Αβορίγινας που προσπαθεί να βρει ταυτότητα: Και ενώ ο Jackman και η Kidman κινδυνεύουν τα τομάρια τους για πάρτη του, αυτό τους εγκαταλείπει για να γίνει μάγος γκουρού κάπου στην Αυστραλιανή έρημο.

Τέλος, είναι το υπερβολικό στυλιζάρισμα. Ο Λούρμαν το πάρακάνει με την ψηφιακή και μη επεξεργασία. Οι ουρανοί είναι πιο μπλε από το κανονικό, η έρημος πιο κίτρινη, ο Jackman φοράει κάθε τόσο make-up και η ταινία κάνει κοντινά σε κάθε πιθανή έκφραση ''γοητείας'', η Kidman παραείναι ωραία, όλα γενικώς είναι, ή μάλλον, παραείναι άψογα. Συνέπεια αυτού είναι η τρίτη ώρα (το πολεμικό δράμα) να καταστρέφει σιγά σιγά ότι είχαν χτίσει οι δυο πρώτες (η κωμωδία και η περιπέτεια), μαζί με κάτι ενδιάμεσα αχρείαστα ''μαγικά'' που κάνει το πιστιρίκι. 

Ίσως λίγο πιο ευχάριστη από την αρνητικότατη υποδοχή της, θαμμένη πάντως σίγουρα από το βάρος της υπερφιλοδοξίας της. Κάτι ανάλογο φαίνεται πάντως να ετοιμάζει με το remake του Μεγάλου Γκάτσμπι..

The Grey (2011)

Μπορεί να φταίει ότι το είδα σε δυο μέρη, ή το γεγονός ότι η ταινία δεν έχει την παραμικρή σχέση με το trailer (την παραμικρή όμως). Ίσως χρειαστεί και δεύτερη ανάγνωση. Η υπόθεση είναι μάλλον απλή: Μια ομάδα επιζώντων από πτώση αεροπλάνου αποφασίζει να διασχίσει την Αλάσκα για να βρει σωτηρία, κόντρα σε μια αγέλη ιδαίτερα έξυπνων και επιθετικών λύκων. Ωστόσο, δεν έχω ακόμα καταφέρει να καταλάβω τι ακριβώς ήταν αυτό που είδα: Δράση δεν είχε ιδιαίτερη. Αλληγορία αν είχε, δεν ήταν προφανής. Τρόμου, δεν ήταν, εκτός και αν θεωρείται τρόμος ένας cgi λύκος με συμπεριφορά βελοσιράπτορα από το jurassic Park. Κάποιες στιγμές έντασης τις είχε, αλλά λίγες.

Το The Grey είναι μια μάλλον καταθλιπτική ταινία πάνω στην αδιαμφισβήτητη υπεροχή της φύσης πάνω στον άνθρωπο και οποιοδήποτε σύστημα αξιών του, απέναντι είτε σε θρησκευτικό ή φυσικό κουράγιο. Το τελευταίο είναι ευπρόσδεκτο (η άρνηση της θρησκείας λίγο πριν το τέλος και η συμφιλίωση με το τέλος που χαρακτηρίζει τους τελευταίους ζωντανούς ήρωες). ΄Ενας ένας οι ήρωες εξολοθρεύονται από την φύση, είτε από τους λύκους είτε με στυλ ''Βλέπω το θάνατό σου'' σαδιστικούς θανάτους (π.χ. πνίγμός δυο πόντους μόλις κάτω από το νερό). Ο εκπαιδευμένος στο να σκοτώνει λύκους Liam Neeson (που γενικά είναι εγγύηση) μένει μόνος του σε μια αβέβαιη τελική αναμέτρηση που δεν ξεδιαλύνεται ούτε με την ''κρυφή'' σκηνή μετά τους τίτλους τέλους.Η αντίφαση αυτού του ήρωα είναι μάλλον το clue της υπόθεσης: Πριν καταλήξουν στις παγωμένες ερημιές, ήταν έτοιμος να αυτοκτονήσει (είχε πεθάνει η γυναίκα του). Με το που άρχισε η φάση survivor αποδείχτηκε ο πιο survivor από όλους, με άρνηση να το βάλει κάτι σε οποιοδήποτε σημείο. Γιατί; Μήπως επειδή η παραίτηση είναι ένα φαινόμενο κοινωνικό, το οποίο εξαφανίζεται στην ωμή αγριάδα της φύσης; Ενδιαφέρουσα, αλλά ανολοκλήρωτη ιδέα. Αυτό ίσως είναι και το πόρισμα για το the grey.

Τα σχεδόν ποιητικά πλάνα της Αλάσκας από την άλλη πλευρά και τα αργόσυρτα πλάνα που διακόπτονται από τις επιθέσεις των λύκων δίνουν μια οριακά ντοκιμαντερίστικη όψη, η οποία είναι ευχάριστη στη λιτότητά της. Σε κάθε περίπτωση, ας μην την δει κανείς με κίνητρο το trailer- η ταινία είναι περισσότερο υπαρξιακό σινεμά με cgi λύκους παρά ταινία δράσης. Απλά ο προβληματισμός που θέτει, είτε είναι ιδιαίτερα απλοϊκός (θα σε φάνε οι λύκοι) είτε ανολοκλήρωτος.


Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012 1 σχόλια

Cabin in the woods (2011)

Δεν το είχα δει στο σινεμά. Κυκλοφόρησε λίγο σε συζητήσεις, άκουσα κάποιους πιο φανατισμένους (πάντα μου κινεί το ενδιαφέρον αυτό) να λένε ''βλακεία ολκής'' και κάποιους να λένε ''γαμώ, με περιεχόμενο''. Λίγο το cast, λίγο ο τίτλος, λίγο το είδος (τι κουρασμένο και κλισέ είδος είναι οι ταινίες τρόμου..), δεν μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Άλλωστε και το σινεμά πλέον, παρά την αλλαγή της φυσιογνωμίας του (πας σινεμά γενικώς, δεν πας να δεις ένα έργο συγκεκριμένο, χαίρε λογική των multiplex) είναι ακριβό σπορ και μια προεργασία είναι απαραίτητη. Ύστερα όμως το ξανάκουσα να επανέρχεται. Αρκετοί το σχολιάσανε σε blogs, κουβέντα γινόταν. Αν σε μια ταινία γίνεται κουβέντα, τότε κάτι έχει καταφέρει. Είδα τα credits, είδα τον Josh Whedon. Ο τύπος έφτιαξε τους Avengers. Αποφάσισα με τα πολλά να το δω. Άλλαξα γνώμη τρεις φορές κατά τη διάρκεια.

Το γεγονός ότι μια camp, ορισμός-του-bad-movie ταινία έχει καταφέρει, έστω και περιορισμένα, να κάνει ένα μικρό ντόρο, οφείλεται σε αυτόν τον άνθρωπο, αλλά θα εξηγηθώ στη συνέχεια. Προφανώς, για αρχή, δεν είναι καν ταινία τρόμου. Δηλαδή δεν έχει ούτε ένα τρομακτικό σημείο, ενώ ακόμα και τα gore σημεία με την αναγκαία σπλατεριά είναι τόσο ανάλαφρα που είναι κωμικά. Το ''κόλπο'' του, ότι δηλαδή αυτό που συμβαίνει είναι σκηνοθετημένο σαν reality (το δείχνει από την αρχή) και το δεύτερο ''κόλπο'' του, ότι δηλαδή είναι ένα reality για μια διαχρονική θυσία που κάνουμε σε κάποια ''προαιώνια τέρατα'' (το δείχνει στο τέλος, με την Weaver, που μετά το Paul μάλλον θα κάνει συνεχώς τέτοια cameo), ναι, έχει ένα συμβολισμό, αλλά όχι τίποτα βαθύ: Το Cabin in the woods είναι μια κωμωδία τρόμου που μιλάει για τις ταινίες τρόμου και προσπαθεί να εξηγήσει γιατί οι ταινίες τρόμου δεν είναι πια καλές ταινίες. Ως εκ τούτου, δεν είναι και η ίδια καλή, μόνο που το ξέρει, και σε κανένα σημείο δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά. 

Οι Avengers είναι πιο καλή ταινία από το TDKR ακριβώς για αυτό το λόγο. Είναι σουπερήρωρες εφηβικών φαντασιώσεων που παλεύουν εξωγήινους. Το να τοποθετήσεις το παράλογο μέσα στο παράλογο δεν σε κάνει απαραίτητα ''σκεπτόμενο κινηματογράφο'', όπως ονομάζεται το TDKR (που βάζει το παράλογο μέσα στο πραγματικό), αλλά σίγουρα σε κάνει διασκεδαστικό. Ο Josh Whedon είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει τον κινηματογράφο, τους σουπερήρωες, τις ταινίες τρόμου, όπως αγαπάει και κάθε εφηβική του φαντασίωση. Ωστόσο, δεν είναι δημιουργός που θέλει να διασώσει τον πολιτισμό του: Είναι ένας ικανότατος έμπορος που θέλει να διασώσει την αξία του προϊόντος του. 

Στο Cabin in the woods βάζει όλα τα στερεότυπα μαζί και ψιθυρίζει ότι πρέπει να αλλάξουν, αν θέλει το είδος να ανανεωθεί. Η ανανέωσή του πρέπει να γίνει όχι από κάποιο φετιχισμό για την καλλιτεχνική αξία του είδους- πρέπει να ανανεωθεί για να συνεχίσει να πουλάει. Είναι όλοι οι κλισέ χαρακτήρες και όλα τα κλισέ τέρατα μαζί, και όλοι μαζί παίζουν ξύλο και γίνονται κόκκινοι από αίμα. Ακόμα και ο τρόπος που πέφτουν τα κορμιά, γίνεται με τέτοιο τρόπο που λες ''δεν με ένοιαζε καθόλου που πέθανε ο τάδε'' αλλά στην πραγματικότητα οι δημιουργοί της ταινίας ήθελαν να μην σε νοιάζει που πεθαίνει ο τάδε. Γιατί who gives a fuck, anyway; Αντικειμενικά, στο τέλος του έργου σου έρχονται όλες οι ταινίες μαζεμένες: Από την εποχή της γνήσιας τρομάρας (Παρασκευές και 13, Χάλογουιν, Φρέντυ Κρούγκερ, Hellraiser, Βαμπίρ, Ζόμπι, φαντάσματα και τόσα άλλα, δεν αρχίζω καν) στην εποχή της γνήσιας βαρεμάρας (videogames-to-film, και γενικώς, ας ονομάσει κάποιος μια πρόσφατη τρομαχτική ταινία)- το cabin in the woods είναι ένας ηθελημένος επικήδειος. 

Δεν την υπερασπίζομαι με κάποιο τρόπο. Για την ακρίβεια, μια άλλη ταινία στο παρελθόν έκανε περίπου το ίδιο πράγμα με λιγότερα εφέ και αρκετά καλύτερα: Το Scream από το 1996 έβαλε κάτω όλα τα κλισέ και τα έκανε άνω κάτω, προσφέροντας μια ανανέωση από τότε. Φυσικά η βιομηχανία δεν έπιασε το μύνημα: Έφτιαξε sequels (3!) του Scream, πλάκωσε στα remake και reboοt και reβαρεθήκαμεπια κάθε θρυλικής ταινίας του παρελθόντος (βγαίνει ο Leatherface σε 3d, συντονιστείτε) και αποφάσισε ότι το θέμα είναι η οπτική αποτελεσματικότητα του ''τέρατος'' έναντι της βασικής λειτουργικότητας των ταινιών τρόμου: Το κατα πόσο μπορούν να ενσωματώνουν πραγματικούς συλλογικούς φόβους, να τους αναπαριστούν με το μύθο ενός ''κακού'' και να δημιουργούν το φόβο κατ'αρχήν στον εγκέφαλο και ύστερα στον αμφιβληστροειδή με το συνδυασμό (εικόνα, μουσική, φωτογραφία, πλοκή) των μέσων του σινεμά. Το Cabin in the woods δεν επιχειρεί να ορίσει την πορεία που πρέπει να πάρουν οι ταινίες τρόμου, αλλά αντίθετα καταδυκνείει την σύγχρονη αποτυχία τους- το ότι το κάνει (μάλλον) συνειδητά είναι στα ατού του, αλλά αυτό δεν είπε και κάτι καινούριο.

Από την άλλη, η ταινία είναι ένας διαρκής ανταγωνισμός cult σκηνών ανθολογίας και γελοιοτήτων. Το ζευγάρι πάει να κάνει σεξ στο τρομακτικό δάσος (ε, βέβαια), η κοπέλα κρυώνει (αυτό ήταν ανατροπή γιατί συνήθως δεν κρυώνουν) και οι ''σκηνοθέτες'' πατάνε ένα κουμπί και από το έδαφος απελευθερώνεται ένα σύννεφο από φερομόνες (!!!!), ανεβάζουν την θερμοκρασία της περιοχής και ένα άλλο σημείο φωτίζεται ρομαντικά. Booby-time. Brain Damage στο μεσοδιάστημα. Λίγο μετά όμως, έρχονται τα καλούδια. Για να μην τα αναφέρω όλα, ενδεικτικά: Η ''πρωταγωνίστρια'' είναι στα χέρια ενός ζόμπι που αρχίζει να την κοπανάει και να την κομματιάζει. Το βλέπουμε από το video-wall του control room των σκηνοθετών, όπου όλοι κάνουν ένα πάρτυ και nobody gives a fuck. Πανέξυπνο. Λίγο πιο μετά, οι τύποι απελευθερώνουν κάθε πιθανό και απίθανο τέρας ταινιών τρόμου και αρχίζει μια ακατάληπτη σπλατεριά ανευ προηγουμένου. Έξοχο. Στο τέλος ένα τεράστιο χέρι από έναν υπερμεγέθη Balrog αναδύεται και καταστρέφεται η Γη. 

Η ταινία έχει αναρίθμητες αναφορές σε ταινίες τρόμου καθ'όλη τη διάρκεια, σαν σοβαρή παρωδία και σινεφίλ νοσταλγία. Από το Evil Dead μέχρι το Τελευταίο σπίτι στα αριστερά. Δεν είναι ούτε καλή, ούτε κακή: Είναι μια μελλοντική bad-movie-we-love και θα διεκδικήσει το χώρο της στα cult απότοκα ενός κουρασμένου και με μηχανική (3d) υποστήριξη είδους.


1 σχόλια

Υπερτιμημένα πράγματα #4: Fight Club (ω, ναι. Το Fight Club)

Μου είναι δύσκολο, πολύ πιο δύσκολο από ότι το Matrix. Τυχόν αντιφάσεις του κειμένου πρέπει να αντιμετωπιστούν με επιείκια- εγώ ο ίδιος δεν πρέπει να έχω υπερτιμήσει κάποιο έργο περισσότερο από αυτό. Όπως, για αρχή, η πρώτη και η πιο βασική αντίφαση: Το Fight Club σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί γενικώς υπερτιμημένο, μάλλον το αντίθετο: Η ταινία πάτωσε στην Αμερική, οριακά τα έβγαλε τα λεφτά παγκοσμίως, χρειάστηκε αρκετό χρόνο για να αποκτήσει το μαζικό και κάπως σκληροπυρηνικό fanbase που έχει σήμερα.

Αλλά υπάρχει μια ιδαιτερότητα, που αφορά κυρίως την γενιά των mid-80's και τον τρόπο που γνώρισε την μεγάλη οθόνη: Την εντυπωσιακή γνωριμία με το υπερθέαμα του Jurassic Park και την συγκίνηση του Lion King. Έρωτας με την πρώτη ματιά, ο χώρος που κάθε φαντασία πραγματώνεται. Κάποιοι θα αναφέρουν το Free Willy, τον Alladin, ίσως και τα Batman Returns και Robin Hood, αλλά κυρίως οι παραπάνω άνοιξαν το παιχνίδι. Ύστερα, η γενιά άρχισε να αποκτά διακριτά χαρακτηριστικά και διαφοροποιήσεις: Κάποιοι συγκινήθηκαν πολύ περισσότερο με το La vita e bella παρά με τον Τιτανικό και την ευρύτερη κινηματογραφική σχολή του James Cameron. Κάποιοι προτιμούσαν να λένε ότι γελάσανε όταν η βλαμμένη δεν έκανε χώρο στον Τζακ και ντρέπονται να παραδεχτούν ότι ξέφυγε ένα δάκρυ.  Παράλληλα υπάρχει το νοίκιασμα της βιντεοκασέτας (ανα 2) οι προτιμήσεις σε διάφορα είδη, η διαμόρφωση των υποκειμενικών cult. To Braveheart (λίγο πριν) ήταν ήδη αντικείμενο λατρείας, οι 12 πίθηκοι το πρώτο underground hip. Αναλόγως, o Βράχος όρισε την περιπέτεια (ίσως για αυτό, μόνο αυτή η γενιά τρέφει μια συμπάθεια στον Nicolas Cage) και το Trainspotting ήταν αντικείμενο συζήτησης των πιο ''ψαγμένων''. Στο μεσοδιάστημα, έχουμε πλησιάσει τα 14-16. Η εφηβεία είναι σε πλήρη άνθιση, η αμφισβήτηση the way to go, και στο σινεμά σκάει το Fight Club και το Matrix. Για αυτήν την γενιά, οι δυο αυτές ταινίες όρισαν τη συλλογική φαντασίωση και την εφηβική επανάσταση- η ιστορία έδειξε ότι το Matrix κέρδισε με διαφορά και ήταν και turning point για τον κινηματογράφο στο σύνολό του. To fight club όχι απλά έχασε, αλλά πήγε να κλείσει και το σπίτι ενός εξαιρετικού σκηνοθέτη, του David Fincher. Σε έναν ακόμα διαχωρισμό του γούστου εκείνης της γενιάς, το Fight Club έχασε σε αναγνώριση αλλά κέρδισε σε οπαδούς- θυμάμαι ακόμα όταν το είχα δει με ένα συμμαθητή μου: Εγώ το λάτρεψα και ήθελα να το ξαναδώ επιτόπου, αυτός μου είπε ότι ήταν η μεγαλύτερη ανοησία που έχει δει. Δεν έχω υπερασπιστεί ταινία πιο πολύ από αυτήν. 

Υπήρχε προφανώς μια κοινή θεματική στις δυο αυτές ταινίες: Η  αμφισβήτηση του κόσμου και της πραγματικότητας, η ανάγκη να τον βάλεις απέναντί σου. Στο Matrix, όπως σωστά επισημαίνει ο Δ.Σ., η απάντηση ήταν η πιο εύκολη δυνατή: Οι διανοητικές μας δυνάμεις είναι ικανές να τα φέρουν όλα άνω κάτω. Τι πιο εύκολο αλλά και τι εκπληκτική φαντασίωση! Από την άλλη, στο Fight Club, η αμφισβήτηση γινόταν άμεσα ανάγκη για εκτόνωση στη σφαίρα του πραγματικού. Η βια εμφανιζόταν ως αντίπαλο δέος της υπόκωφης βιας όλων των κυρίαρχων προτύπων: Καταναλωτισμός, καθωσπρεπισμός, το πρότυπο του γιάπι, της ρουτίνας, η βια του αφεντικού, η βια των ρυθμών της ζωής. O Edward Norton (που μαζί με το American History X μπήκε στην καρδιά μου ως ο μεγαλυτερος ηθοποιός της γενιάς του) αρχικά ενσωματώνει την βια σωματικά (αυπνία) και συναισθηματικά (νιώθει την ανάγκη να πάει σε κέντρα υποστήριξης διαφόρων ομάδων και να βρει συμπαράσταση για πρόβληματα που δεν έχει). Πολύ απλά, δεν ξέρει τι του φταίει, αλλά ξάρει ότι κάτι του φταίει. Οργισμένη εφηβεία, συναισθηματική τρικυμία, εδώ είμαστε. Ο Brad Pitt είναι ένας πιο πολιτικοποιημένος, αναρχικός Hunter S. Thomson χωρίς το lsd.

Στο Matrix το ''κόλπο'' ήταν η πρωτοποριακή εφαρμογή των ειδικών εφέ, που άλλαξε τον κινηματογράφο στο κατώφλι της νέας χιλιετίας. Στο Fight Club τα εφέ είναι αρκετά, αλλά πιο διακριτικά: Η κάμερα βγαίνει από κάδους σκουπιδιών, μπαίνει σε μύτες κάνει κόλπα άλλου τύπου. Το δικό του ''κόλπο'' είναι φυσικά στην ανατροπή της πλοκής, που παρά τον ξέφρενο παραλογισμό της, στέκει. Επίσης στέκει η εισαγωγή των Pixies όταν όλα καταστρέφονται σε μια εφηβική οργισμένη φαντασίωση. Αλλά η μεγαλύτερη φαντασίωση είναι στην ίδια την ανατροπή, με ανάλογο ιδεαλισμό του matrix- κρύβουμε μέσα μας μια περσόνα (Tyler fuckin' Derden) που μπορεί να απορρίψει όλα τα πρότυπα και να σηκώσει το μπαιράκι της επανάστασης- χρειάζεται μια δεύτερη νηφάλια ανάγνωση για να δει κανείς την αυστηρή ατομικότητα και αυτής, όπως του Neo.


Τα fail φυσικά της πλοκής είναι πάμπολλα, αλλά δευτερεύοντα. Η αισθητική είναι πράγματι άψογη, αλλά όχι κάτι που δεν έχει ξαναδεί κάποιος, ήδη από το Se7en. Η Marla είναι ίσως ο πρώτος emo, ενώ η γκρούπα του Tyler είναι στο όριό της μιλιταριστική. Το ''ξύπνημα'' που επιχειρεί στην κοινωνία που θεωρεί κοιμισμένη και υποταγμένη στα πρότυπα έχει όρους εκδίκησης και υποτίμησης- δεν είναι πρωτοπόροι, είναι ελιτιστές. Άλλωστε, απουσιάζει το στοιχείο οποιασδήποτε συνείδησης: Ο μόνος που ξέρει τι κάνει είναι ο Tyler, όλοι οι άλλοι είναι πιόνια. Σε αντίθεση με το Matrix όμως, που έπιασε με αλληγορία το ''ψεύτικο'' της δυτικής κοινωνίας, το Fight Club δεν έπαιξε ούτε με ''εκλεκτούς'' (βασικά κατακάθια και λούμπεν είναι τα πιόνια του Tyler) ούτε με υπερδυνάμεις, ούτε αποφάσισε να ''σώσει τον κόσμο'': Στον ''ρεαλισμό'' του, εστίασε στο να εκτονώσει όσους ''αφυπνίζονται''. Απλά αντί για κόκκινο/μπλε χάπι, η διαδικασία αφύπνισης περνούσε μέσα από την απόρριψη του πόνου ενός εγκαύματος (ιδέα μου είναι, αλλά μάλλον αχρείαστο πρόσες).

Γιατί αγαπήθηκε τόσο πολύ από όσους αγαπήθηκε; Γιατί υπήρξε μια περίοδο που ο άκρατος νιχιλισμός και μισανθρωπισμός του Tyler θεωρήθηκε ''γραμμή''; Ήταν ή δεν ήταν extra κίνητρο το γεγονός ότι απορρίφθηκε με όρους μαζών (ως επιβεβαίωση της ατομικής ''αφύπνισης''); Ίσως επειδή για αυτήν την γενιά η ανάγκη αμφισβήτησης είχε ήδη αρχίσει να παγιώνεται, στο κλείσιμο μιας δεκαετίας όπου, χωρίς να το ξέρουμε, είχε τεθεί το στάτους ότι οι ''ιδεολογίες είχαν τελειώσει''.  Η ατομική απόρριψη και ''αφύπνιση'' αποτελούσαν ένα συλλογικό, υποσυνείδητο φετίχ: Κάπως αρχίζαν τα φροντιστήρια και άρχιζε το λύκειο των πανελληνίων, κάτι δεν μας καθόταν καλά από τον ερχομό του Κλίντον στην Ελλάδα, κάτι δεν μας καθόταν καθόλου καλά με την σύλληψη του Οτσαλάν, κάπως βιώσαμε με αντικυβερνητικό ένστικτο την απάτη του χρηματιστηριακού κραχ. Εποχή παχιών αγελάδων με ένα ευρώ που ''έρχεται''. Όλα αυτά σε μια ομπρέλλα ενός milennium με ιούς, νοστράδαμους, καταστροφές. (Και, επειδή είναι και επίκαιρο, κάπου εκεί έμαθα, τουλάχιστον εγώ, τους red hot chilli peppers με το Californication. Το υπερτίμησα και αυτό, αλλά νομίζω ότι η υπερτίμηση των RHCP είναι πιο διαχρονικό ζήτημα.). Σε αυτό το πλαίσιο, ο συλλογικός δρόμος είναι ακόμα μια ανεξερεύνητη περιοχή που αχονφαίνεται στον ορίζοντα, αλλά κάθε τι φορτίζεται από την ελιτίστικη στο όριο της φαντασίωση της ''αφύπνισης''. Σε αυτό το πλαίσιο, ο τρομοκράτης Tyler που είναι απότοκο μιας σχιζοφρένειας ενός καθημερινού ανθρώπου βρίσκει χώρο να αγιοποιηθεί. 


Βέβαια, μπορεί να κάνω και λάθος, αλλά το γεγονός και μόνο ότι παραβαίνω τον πρώτο κανόνα για το Fight Club μου δίνει να καταλάβω ότι κάπως το ξεπερνάω. Από την άλλη όμως, δεν είπα σχεδόν τίποτα για την ταινία.
Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012 3 σχόλια

Υπερτιμημένα πράγματα #3: The matrix. (ναι, το matrix)

Θα το δυσκολέψω ακόμα περισσότερο: Δεν αναφέρομαι στην τριλογία Matrix, αλλά στο πρώτο matrix. Και λέω το ''δυσκολεύω'' γιατί πολύ απλά, θα ήταν πολύ εύκολο να αποδείξει κανείς γιατί το matrix 2 και 3 είναι οριακά φάρσα. Δεν ξέρω καν αν το αρχικό πλάνο των αδερφών Wachowski ήταν να το κάνουν τριλογία ή απλά η Warner Bros θέλησε να στίψει την επιτυχία της πρώτης σειράς μέχρι την τελευταία σταγόνα (που το έκανε: Παιχνίδια, animation, ντοκιμαντέρ, ντοκιμαντέρ για το πως γυρίστηκε το ντοκιμαντέρ) αλλά σε κάθε περίπτωση το ''σχέδιο'' ήταν πολύ προφανές: 1. Πρέπει κάπως να βάλουμε την Bellucci. 2. Πρέπει τα εφέ που χρησιμοποιήσαμε ((την τεχνική bullet-time, αυτήν που ΟΛΟΙ κοπιάρουν με τον ΙΔΙΟ τρόπο έκτοτε (οι σφαίρες, σκύβω, slow-motion, περνάνε, ω!)) να τα κάνουμε ακόμα καλύτερα και σε μεγαλύτερη κλίμακα 3. Πρέπει να αξιοποιήσουμε λίγο παραπάνω τον agent Smith γιατί μάλλον αυτόν γουστάρανε οι περισσότεροι και όχι τον Neo. Ας τον εμφανίσουμε 200.000 φορές στην ίδια σκηνή. 4. Πρέπει να ανταποκριθούμε στο hype της ταινίας: Δεν είναι cool περιπέτεια με ωραίο concept, είναι φιλοσοφημένο πολιτικό φιλμ σε πακέτο action (''Το Blade Runner της εποχής του'') οπότε κάπως πρέπει να έχουμε αλληγορίες και συμβολισμούς. Ας χρησιμοποιήσουμε την Βίβλο και ας είναι ο Neo ο Jesus της high-tech εποχής. 5. Θα βάλουμε κάπου έναν Αρχιτέκτονα και θα συνεχίσουμε το random mindfucking μέχρι να ξεχειλώσουμε την ιδέα. 

Tο αποτέλεσμα ήταν ένα non-coherent σύνολο ανολοκλήρωτων ιδεών (χαρακτήρες εμφανίζονται και εξαφανίζονται, υποπλοκές που οδηγούν στο πουθενά) που γονάτισε την πρωτοτυπία και ευστοχία του πρώτου και στηρίζει την πλοκή του σε διάφορες ομορφιές- αν οι Smith είχαν κάνει ντου στον Neo όλοι μαζί, θα είχε τελειώσει το παραμύθι. Τελικά ο Agent Smith αποδείχθηκε μια ακόμα καρικατούρα του γνωστού Κακού που πριν και καλά σκοτώσει τον ήρωα που τον έχει στριμωγμένο του λέει όλα του τα σχέδια. Βαρετό, αν και δεν ήταν καθόλου στην αρχή. 

Η έντιμη προσπάθεια δημιουργίας μιας νέας μυθολογίας (και ας είναι με ένα λαίμαργο κλέψιμο όλης της sci-fi παράδοσης σε 6 ώρες) κατέρρευσε. Μπορεί να φταίει το too much και too obvious της αλληγορίας του ''Εκλεκτού'' που θυσιάζεται για την ανθρωπότητα, μπορεί να φταίει και το ότι τελικά τα εφέ και η εικόνα προσπέρασαν οποιαδήποτε ιστορία. Σε κάθε περίπτωση, το πρώτο Matrix του 1999 είχε την φρεσκάδα και την πρωτοτυπία και ''ανανέωσε'' κάπως τις τεχνικές δυνατότητες: Η υστερία ωστόσο (από διαφορετικά κριτήρια και αφετηρίες θεατών) για την φιλοσοφία του και τα ''μυνήματα'' που βρίσκονται πίσω από τα slow-motion πιστολίδια με μαύρο γυαλί και καμπαρντίνα, μπορεί να δείχνουν την ανάγκη εύρεσης μυνημάτων αλλά είναι μαζική υπερτίμηση του ίδιου του έργου. 


Το ίδιο concept του ψεύτικου κόσμου (στις παραλλαγές του) εμφανίστηκε σε δυο ταινίες την προηγούμενη χρονιά: The truman show και Dark City. Αν το μεν πρώτο είναι γνωστό και πετυχημένο και χωρίς πολλά εφέ, το Dark City πρέπει να είναι η μεγαλύτερη αδικία των '90s: Δυστοπικό sci-fi και φοβερή αισθητική, αλληγορία της Σπηλιάς του Πλάτωνα χωρίς τα φαντεζί του Matrix, η ταινία του Alex Proyas θάφτηκε εξ'αιτίας του Matrix. Το ίδιο πράγμα έγινε ξανά με την άλλη υπερτιμημένη ταινία του 1999: Η 6η Αίσθηση έκανε το γύρο του κόσμου βασιζόμενη σε μια δίλεπτη ανατροπή στο φινάλε, ενώ το Stir of echoes (Ψίθυροι των Πνευμάτων) με τον Kevin Bacon ήταν πιο καλό, πιο ατμοσφαιρικό, σου έδινε λόγο για την δική του, ολόιδια, ανατροπή. Σε κάθε περίπτωση, το Dark City αξίζει να ανακαλυφθεί.

Το Matrix είναι μια cool περιπέτεια με ωραίο concept. Το να λες ότι μιλάει για ταξικές αντιθέσεις όταν η κυρίαρχη τάξη που εκμεταλλεύεται την ''ανθρωπότητα'' είναι ρομπότ, τότε πρέπει να το εφαρμόσεις σε κάθε alien/robot/monster invasion ταινία που έχει κυκλοφορήσει. Το να λες, ακόμα χειρότερα, ότι μιλάει για κάποια επανάσταση, κάνει την ταινία οριακά αντιδραστική με τους ''εκλεκτούς'' και τους μεταφυσικούς ηγέτες. Το να λες ότι έχει Βιβλικές αναφορές μάλλον είναι σωστό, αλλά OK, και τι δηλαδή; Το να λες ότι κάνει μια ενδιαφέρουσα κριτική για την σχέση ανθρώπου/μηχανής, για την σχέση ανθρώπου/περιβάλλοντος (ο Smith λεει την ατάκα ότι οι ''άνθρωποι είναι σαν ιός που καταστρέφει'') επίσης στέκει, αλλά είναι θεματικές επαναλαμβανόμενες σε διάφορα έργα. Το να πεις ότι ''ότι και να λέει, το λέει με ωραίο τρόπο'' είναι ίσως πιο σωστό: Ο τρόπος που το λέει είναι πράγματι ωραίος, το τι λέει όμως δεν είναι κάτι καινούριο ούτε αιτία να δημιουργήσει ένα παγκόσμιο teen-nerd-geek-revolution που αναρωτιέται αν ζει στον πραγματικό κόσμο και θέλει να πάρει το κόκκινο χάπι (ααα, το χάπι είναι κόκκινο, πρέπει να παίζει αριστεροκομμουνιστική αναφορά, δεν το είχα πιάσει). Ωστόσο αυτό έγινε, και έγινε επειδή οι απλές θεματικές βρήκαν πρώτη φορά την ευκαιρία να εκφραστούν μέσα από ασύλληπτα kung-fu, μέσα από χιλιάδες πιστολίδια, μέσα από πολύ cool δερμάτινα ρούχα και αξεσουάρ και φυσικά, ο ''Εκλεκτός'' είναι ένας nerd υπολογιστάκιας που γίνεται με λίγη προπόνηση ο σουπερ-γαμάω-και-αποφεύγω-και-σφαίρες. Στην πραγματικότητα, είναι η εκπλήρωση κάθε φαντασίωσης ενός 16χρονου (και, btw, αυτό ήταν το target group της ταινία): Μια μηχανή σου ''αποθηκεύει'' με ένα φαλλικό usb στο σβέρκο όλη την γνώση που γουστάρεις και ξυπνάς kung-fu master και μαθηματική διάνοια. Δεν υπάρχει βαρύτητα, δεν υπάρχουν νόμοι, είσαι κάτι σαν τον Green Lantern αλλά super-cool. Η πολύ σκληρή γκόμενα που είναι γενικά άπιαστο όνειρο, στην πραγματικότητα είναι μια ευαίσθητη ψυχή που σε αγαπάει σε φάση true love (ή επειδή είσαι ο εκλεκτός και chicks dig that). Αλλά ακόμα και έτσι, τα προβλήματα είναι πολλά:


Ο Neo (τεράστιο spoiler: Είναι αναγραμματισμός του One. Mindfuck) περιφέρεται ανέκφραστος και ρίχνει κλωτσιές ανέκφραστος. Η μυθολογία του ''εκλεκτού'' δεν στηρίζεται σε καμία πιθανή βάση (ποιος το προφήτεψε; Πότε; Γιατί;) και η ''ερμηνεία'' της εκλεκτότητας του είναι ένα παράλογο ακόμα για το matrix σκηνικό όπου πεθαίνει και ανασταίνεται και ύστερα είναι διπλή φύση ''άνθρωπος/κώδικας html.'' Ο ''προδότης'' είναι μια αστεία καρικατούρα προδότη που συμμαχεί με τις μηχανές με αντάλλαγμα....την σκλαβιά του. Ούτε λεφτά, ούτε εξουσία, ούτε χωράφια, ούτε αναγνώριση, ούτε εκδίκηση. Μόνο εικονικές γκόμενες και μια υπόσχεση ψευδαίσθησης στο matrix. Και φυσικά υπάρχει εκείνη η σκηνή. Προφανώς εκείνη η σκηνή. Που ακόμα και αν είσαι 14 χρονών και η ανδρεναλίνη σου  έχει βαρέσει κόκκινο από τον συνδυασμό Prodigy, NIN και πιστολάτο kung fu με στενά δερμάτινα (καλύτερο δεν ξέρω αν γίνεται), σου κάθεται άσχημα. Τρεις άνθρωποι, ο ένας δίπλα στον άλλο, σχεδόν στη σειρά, σε ένα δωμάτιο ενός ουρανοξύστη, ένα ελικόπτερο απ'έξω, random πυροβολισμοί από μυδραλιοβόλο που φτύνει τους κάλυκες σε slow motion σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του δωματίου, όλα σπάνε και διαλύονται αλλά ούτε μια σφαίρα δεν ακουμπά τον τύπο στο κέντρο του δωματίου. Fail.

Εντάξει, το να σταθεί κάποιος σε τέτοια fail θα ήταν μάλλον κομπλεξισμός. Αλλά η απόσταση ανάμεσα σε μια cool ταινία με ωραίο κόνσεπτ και σε ένα ''φιλοσοφημένο sci-fi κινηματογραφικό μανιφέστο'' είναι πολύ μεγάλη για να την περνάς με τον Keanu Reeves. Το πρώτο matrix αποτελεί μια συρραφή διαφόρων (δανεικών και χλιαρά διατυπωμένων) ιδεών κάτω από την ομπρέλα της cyberpunk φιλοσοφίας. Άφησε ωστόσο το χνάρι μιας ανανέωσης (και τεχνικά και με όρους εμπορικότητας και σε διάφορους κλάδους), αλλά άφησε και μια σειρά κακών παρακαταθηκών στην συλλογική κουλτούρα:

1. Έβγαλε δυο sequel που το τράβηξε και ψόφησε
2. Ανανέωσε την καριέρα του Keanu Reeves, το αντρικό ανάλογο της Kristen Stewart στα 90's και τον ορισμό του poker face πριν αυτό γίνει cool. Οριακά τον έκανε και γκόμενο.
3. Οδήγησε στον εκφυλισμό της έννοιας σφαίρα, μιας και συνεχώς έκτοτε κάθε λογής τυπάς αποφεύγει σφαίρες σε slow motion.
4. Οδήγησε σε random τύπους να κυκλοφορούν με μαύρο γυαλί και attitude σε random μέρη και καταστάσεις.

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012 0 σχόλια

Skhizein (2008)

Ο ''ανθρωπάκος'' αποστασιοποιείται 91 εκατοστά από την πραγματική του θέση ύστερα από το χτύπημα ενός μετεωρίτη και προσπαθεί να ''οργανώσει'' την νέα του ζωή και ύστερα να βρει τρόπο να επανέλθει. Το μικρού μήκους animation του Jeremy Clapin ξεκινάει με τον σουρεαλισμό και την ανάλογη αισθητική (εξαιρετική) και σε πρώτη ανάγνωση περιγράφει την σταδιακή καταβύθιση (κυριολεκτικά στο έργο) στην σχιζοφρένεια (skhizein) και την απομάκρυνση από τον εαυτό.

Στην πορεία, προσπαθεί να ξαναβρεθεί στην τροχιά ενός μετεωρίτη, ο οποίος δυσχαιρένει ακόμα περισσότερο την θέση του και την συνολική του αποστασιοποίηση. Την ίδια στιγμή, ο ψυχίατρος, από την δική του οπτική γωνία, τον βλέπει φυσιολογικά (είναι μετατοπισμένος 91 εκ προς τα δεξιά, αλλά στο ίδιο ύψος του ντιβανιού). Η προσπάθεια προσαρμογής του καταλήγει τελικά στην μοναξιά, περίπου 1,5 μέτρο κάτω από το έδαφος.

Σε δεύτερη ανάγνωση, είναι ο φόβος του υπαρξιακού θανάτου (μετεωρίτες, τέλος του κόσμου) που εντείνεται από την μοναξιά του ''ανθρωπάκου'' και την σφιχτή ''οργάνωση'' της ζωής του την οποία επικαλείται για να λύσει το παράδοξο πρόβλημά του. Οι υπαρξιακές ανυσηχίες είναι πάντα μια υπαρκτή διαπάλη- η ένταση και η μορφή τους όμως επικαθορίζεται από την σχέση του ατόμου με το περιβάλλον του και από τις συλλογικές αναπαραστάσεις του περιβάλλοντος αυτού. 

Σε κάθε περίπτωση, μια πολύ όμορφη και αξιόλογη δουλειά. Εδώ είναι ολόκληρο, 13 λεπτά: 
   









Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012 0 σχόλια

Young Adult (2011)

O Jason Reitman είναι γιος του Ivan Reitman, ο οποίος είναι γνωστός για μια κορυφαία στιγμή της κωμωδίας (Ghostbusters) και έκτοτε γνωστός για την σταδιακή εγκατάλειψη του καλού γούστου με κορυφαία στιγμή το (2011 και αυτό) ''No strings attached'', όπου πέρα από χασμουρητά προκάλεσε και αισθητικό ζήτημα καθώς έβαλε την Νάταλι Πόρτμαν (αμέσως μετά τον Μαύρο Κύκνο) δίπλα στον...Άστον Κούτσερ. Ο γιος του πάντως, από την στιγμή που ξεκίνησε (το Young Adult είναι η 4η ταινία) φαίνεται να αντιλαμβάνεται την κωμωδία με διαφορετικούς όρους: Το πανέξυπνο Thank you for smoking, το εύστοχο Juno και το γλυκόπικρο Up in the air είναι σίγουρα στην αξιόλογη πλευρά του αμερικάνικου κινηματογράφου. 

Το Young Adult θα μπορούσε να θεωρηθεί ρομαντική κομεντί (sic) ή μάλλον μια κριτική πάνω στις ρομαντικές κομεντί. Η υπόθεση είναι άλλωστε αρκετά γνωστή: Μια όμορφη και -σχετικά- επιτυχημένη γυναίκα, σε μια καμπή ηλικιακή και πνευματική (η Σαρλίζ Θερόν. Την ξέρουμε για διάφορα πράγματα, αλλά κυρίως και για μια από τις πρώτες εμφανίσεις της. Διάλειμμα:) 
...
Κάτι έλεγα. 
Α, ναι, ότι η Σαρλίζ Θερόν είναι μια όμορφη και σχετικά επιτυχημένη γυναίκα, που ζει στην Μινεάπολη, και που μια μέρα αποφασίζει να επιστρέψει στην κωμόπολη που μεγάλωσε για να ξαναβρεί και να διεκδικήσει τον πρώτο της έρωτα (αφορμή για αυτό είναι η φωτογραφία του νεογέννητου παιδιού του, που φτάνει στο mail της). Ή για την ακρίβεια, να τον ξανακερδίσει πίσω. Η συνταγή είναι γνωστή από άλλες ρομαντικές κομεντί- ο γάμος του καλύτερου της φίλου και άλλες ιστορίες με νευρωτικές αντροχωρίστρες. Αλλά σε αντίθεση με την αναίτια κατίνα Τζούλια Ρόμπερτς και τον ψεύτικο κόσμο με τους gay φίλους που τραγουδάνε, τις κλαψιάρες παράνυφες και το overdose από στερεότυπα και γενικώς χασμουρητά, εδώ το ζουμί (και το βασικό ατού της ταινίας) είναι ότι η ''ρομαντική κομεντί'' υφίσταται ακριβώς και μόνο επειδή η Σαρλίζ ζει ακόμα σε έναν ψευτοεφηβικό, οριακά ανισόρροπο κόσμο (που όλα αυτά χωράνε), και η ''αγάπη'' με όρους κακής σαπουνόπερας υπάρχει ακριβώς επειδή δεν μπορεί να ορίσει τον εαυτό της παρά μόνο μέσα από φαντασιακά σενάρια. Το μύνημα στην Τζούλια και κάθε πιθανή ηρωίδα είναι απλό:  Get a life.

Φυσικά, (σπόιλερς) όλα πάνε ρεαλιστικώς στραβά, και η τύπισσα όχι απλά τρώει χυλόπιτα αλλά γίνεται και ρόμπα. Και γενικώς η ταινία ακολουθεί το μοτίβο της ''συνειδητοποίησης''. Νιώθεις ότι κάπου θα υπάρξει η αυτογνωσία και η αγαπητή Σαρλίζ θα μεγαλώσει και θα βρει τον εαυτό της. Κάπως έτσι γίνεται: Ομολογεί προς το τέλος, σε έναν άλλο παλιό συμμαθητή, που την ρωταει ''γιατί αυτόν;'', ότι ''την ήξερε όταν ήταν στα καλύτερά της'', δηλαδή όταν ήταν ακόμα prom queen στο σχολείο, η ζωή δεν είχε εμφανιστεί, δύσκολη και απαιτητική καθώς είναι, όλα ήταν απλά. Όπου να 'ναι, θα έρθει το happy end με την Σαρλίζ ώριμη γυναίκα, έτοιμη να αντιμετωπίσει τον κόσμο (όπως η ηρωίδα στο βιβλίο που γράφει).

Το καλύτερο απ'όλα όμως, σε αυτήν την γενικώς μέτρια ταινία, είναι ότι ούτε αυτό συμβαίνει. Η Σαρλίζ συναντά μια άλλη παλιά συμμαθήτρια, wannabe θαυμάστρια, ακριβώς στο σημείο που είναι έτοιμη να κάνει την τομή. Αυτή όμως, της προσφέρει ξανά την ψευδαίσθηση. ''Εσύ'', της λέει, ''έχεις πάει στην μεγάλη πόλη, είσαι όμορφη, διάσημη, πετυχημένη. Όλοι εδώ είναι ηλίθιοι''. Η Σαρλίζ συνέρχεται και η ταινία κλείνει με την εντύπωση ότι θα συνεχίσει στον μικρό ανισόρροπο κόσμο της, αναμένοντας και άλλα φαντασιακά σενάρια να ορίσει τον εαυτό της. Απλά χρειαζόταν έναν ακόμα που έχει μείνει εκεί, σε αυτόν τον κόσμο, να της θυμίσει ότι μπορεί να είναι αντικείμενο θαυμασμού για την εικόνα της και μόνο.

Πέρα από τις ιδέες, η ταινία είναι καλογραμμένη, η σκηνοθεσία ακολουθεί την συνταγή  του ''μην το λες, δείξτο'' αρκετά καλά, είναι κάτι διαφορετικό από τις επαναλαμβανόμενες κοινοτοπίες που ορίζονται ως ρομαντικές κομεντί και η Σαρλίζ είναι όπως πάντα γκομενάρα (και σε κόντρα ρόλο). Προσφέρεται ως το αντίπαλο δεος στο overload των chick rom-com, για νυχτερινά ραντεβού με ταινία, αλλά μέχρι εκεί. Για τον σκηνοθέτη, θα πρότεινα καλύτερα το thank you for smoking.

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012 0 σχόλια

Chronicle (2012)

Το είδος found footage ήταν το 1999 μια εξαιρετική ιδέα ανανέωσης του θρίλερ τρόμου και πέτυχε διάνα με το Blair Witch Project. Το είδος found footage ήταν, από το 2005 και έπειτα, ένα ήδη κουρασμένο είδος με λίγες αξιόλογες ταινίες όπως το REC (το ισπανικό) και ίσως το πρώτο Paranormal Activity. Άντε και το Cloverfield που ανανέωσε μόνο τον Godzilla. Στην πραγματικότητα, το βασικό πρόβλημα που τέθηκε παραπλεύρως στο BWP δεν απαντήθηκε ποτέ ουσιαστικά: Γιατί, όταν τα ζόμπι, τα τέρατα, οι εξωγήινοι, οι δολοφόνοι, ο σατανάς και όποιος άλλος, γιατί, γιατί να τραβάς με κάμερα; 

Θεωρώ ότι ο Josh Trank και ο Max Landis, 26αρηδες και οι δυο, είχαν στο μυαλό τους να πουν μερικά καινούρια πράγματα: Για αρχή, να αποφασίσουν ότι από ένα σημείο και μετά, δεν είναι δυνατόν να τραβάει κάποιος, και έτσι η κλιμάκωση του φινάλε δεν είναι πλέον από την κάμερα κανενός αλλά ένα κολλάζ από διάσπαρτα found footage: Κάμερες τροχαίας, κινητά, κάμερες καταστημάτων, τηλεοπτικές και ότι άλλο. Βέβαια, αυτό αναιρεί την ιδέα του found footage (ποιος μόνταρε με τέτοιο συγχρονισμό το υλικό;) και κάπως χάνεται η ακριβής φυσιογνωμία της ταινίας. Επιπλέον, αποφάσισαν ότι το να βρεθεί ακόμα ένας ''κακός'' ενώ έχουν δοκιμαστεί όλα (όλα όμως) δεν έχει τόσο νόημα- ας μπλέξουμε λίγο το found footage με την μόδα των καιρών, τους σούπερ ήρωες. Τέλος, ας κάνουμε κακό, αυτόν που τραβάει με την κάμερα. Έξυπνο. 

Έτσι έχουμε δυο τρεις καλές ιδέες, οι οποίες τώρα μπορούν να φορτωθούν πάνω τους όλο το βάρος όλων των πιθανών κλισέ: Μια παρέα τριών φίλων, που έγιναν φίλοι επειδή βρήκαν ένα λάκκο, που μέσα στο λάκκο είχε ένα κάτι, το οποίο ένα κάτι τους έδωσε τηλεκινετικές, φαινομενικά απροσδιόριστου μεγέθους, δυνάμεις. Ο ένας, είναι όλα τα κλισέ του κακότυχου, καταφρονεμένου έφηβου. Μαζεμένα στην συσκευασία του ενός. Δεν του μιλάνε τα κορίτσια. Τον κακοποιεί ο μέθυσος πατέρας του. Η μητέρα του είναι άρρωστη και χρειάζεται λεφτά να ζήσει. Τον χτυπάνε οι νταήδες. Αποφασίζει να εκφράσει την εσωτερική του οργή τραβώντας το παραμικρό με μια κάμερα, σαν ''την ασπίδα του, το φίλτρο του με τον έξω κόσμο''. Duh. O άλλος, είναι ο δημοφιλής, about-to-be πρόεδρος του εκεί δεκαπενταμελούς (αλλά πιο big deal) που είναι γενικά πολύ γαμώ τα παιδιά γιατί πέρα από την βιτρίνα κρύβει και ένα πολύ καλό παιδί, που αγαπάει και τον πρώτο, τον καταφρονεμένο. Ο τρίτος, είναι κάπως ενδιάμεσος και αδιάφορος, ίσως ο πιο ώριμος και υπεύθυνος, που αγαπάει ένα κορίτσι το οποίο είναι λίγο tease και λίγο πιο έξυπνη από το μέσο όρο και έτσι δεν του κάθεται με τη μια. 

Τέλος πάντων, αυτοί οι τρεις πλέον έχουν δυνάμεις. Σε αυτό το σημείο, οι Trank και Landis προσπαθούν να φτιάξουν τον Peter Parker στην ''πραγματική ζωή'' και αρχικά το καταφέρνουν: Ο θείος Ben ήταν ένας πολύ καλός άνθρωπος- ο πατέρας του κάμεραμαν δεν είναι καθόλου. Ο πρώτος έμαθε στον Spiderman ότι έχει και μεγάλη ευθύνη με τις μεγάλες δυνάμεις, ο τελευταίος μαθαίνει στον μικρό ότι η μεγάλη (/ύτερη) δύναμη είναι μια μορφή εξουσίας και αυτοικανοποίησης. Πολύ απλά, ο μικρός, όταν αποκτά δύναμη, δεν νιώθει ευθύνη- νιώθει απλά ότι τώρα μπορεί να εκδικηθεί έναν κόσμο που ως δυνατότερος στον παρελθόν, τον είχε συνθλίψει. Τώρα ήταν η σειρά του. Κάπως έτσι, κλιμακώνεται αργά και σταθερά το έργο στο τελικό του αλαλούμ, όπου όντας ο πιο δυνατός από όλους διαλύει σχεδόν το κέντρο της πόλης του και γενικά κάνει διάφορα throughout, αποτελέσματα μιας καταπιεσμένης οργής. 

Τα κόλπα που κάνουν στην αρχή είναι ένα κάπως εύλογο καλαμπούρι (δεν φοράνε στολή με τη μια, σώζοντας αθώα θύματα, που είναι μια επιλογή κάπως ακραία) και ''σκηνοθετημένο'' έξυπνα. Τα ειδικά εφέ (που έχει πάρα, πάρα πολλά) ''κολλάνε'' με το found footage και δεν ξενίζουν, όπως έγινε με τον Godzilla του Cloverfield. Στιγμές τρόμου δεν υπάρχουν, αν και η καταβύθιση του μικρού στην παράνοια έχει κάποιες αγχώδεις στιγμές. Αναφορές σε ταινίες τρόμου υπάρχουν μπόλικες, ενώ μερικές σκηνές είναι πράγματι φρέσκες και καλοστημένες (στην αρχή, που γνωρίζουν τις δυνάμεις τους) αν και αποδεικνύεται γρήγορα ότι τα παλικάρια πέρα από απουσία ευθύνης για την μεγάλη τους δύναμη, δεν έχουν και φαντασία. Δηλαδή μπορεί εν δυνάμει να κάνεις τα πάντα, και επιλέγεις απλά να κουνάς αμάξια στα πάρκινγκ και να κουνάς κουκλάκια στα σούπερ μαρκετ; Ή ακόμα χειρότερα, επιλέγεις να κάνεις τον μικρό δημοφιλή με το να κάνει μαγικά κόλπα στο σχολείο; Βαρετό, βαρετό, βαρετό. Σηκώστε μια φούστα! Κλέψτε λεφτά! Ξεβρακώστε ένα μπάτσο! Πηγαίνετε πετώντας στην Καραϊβική! Κάντε καμιά φάρσα! Γίνετε διάσημοι! Η ταινία θα μπορούσε, με βάση αυτά που κάνουν αφού αποκτούν δυνάμεις, να έχει κάποιο σχόλιο για τα θέματα που ψιλοθέλει να θίξει: Την κοινωνικοποίηση του youtube, την νεανική και οικογενειακή βια και ότι άλλο. Αντιθέτως, έχει μερικά ανέμπνευστα τρικ που οδηγούν στο τελικό παραλήρημα του πιτσιρικά, που όταν πεθαίνει τελικά η μητέρα του κάνει ένα μακελειό άνευ προηγουμένου. Εκεί, όπως είπαμε, παρά την όμορφη χορογραφία, η ταινία δεν είναι πια found footage αλλά ένα περίεργο υβρίδιο κανονικής ταινίας με πολλαπλά είδη κάμερας. Αν ήταν όλο έτσι, θα ήταν μια πρωτότυπη ιδέα. Τώρα είναι κάτι εμβόλιμο και ξένο με ότι γινόταν μια ώρα πριν. 


Ο πιτσιρικάς (Dane DeHaan) πάντως τα ψιλοκαταφέρνει να πείσει και μοιάζει με τον DiCaprio που θα επέλεγε ο Κρόνενμπεργκ. Είχε ξεκινήσει από την πολύ καλή τηλεοπτική σειρά In treatment και μετά και το Chronicle αρχίζει και εμφανίζεται σε πιο μεγάλα χαρτιά, όπως το επερχόμενο Lawless με τον Tom Hardy. Η ταινία μάλλον θα πρέπει να θεωρείται από τις καλές του είδους, αλλά μιλάμε για ένα είδος τόσο κουρασμένο που οι καλύτερές του είναι μάλλον μέτριες, περισσότερο για οικιακό παρά για κινηματογραφικό χαζολόγημα. 
 
;