Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 8 Μαΐου 2015 0 σχόλια

Η αυτοκτονία του (δειλού) Ιάκωβου


Σύνοψη: 

Η Ελλάδα της κρίσης. Η Ελλάδα των κινημάτων. Η Ελλάδα της μελαγχολίας. Η Ελλάδα της τραγωδίας. Η Ελλάδα της ελπίδας. Η Ελλάδα του ξεριζωμού. Η Ελλάδα μετά από όλα αυτά.
Ιστορίες παράλληλες και ιστορίες ταυτόχρονες, ιστορίες αντικρουόμενες και ιστορίες αλληλοσυμπληρούμενες. Ιστορίες αυτοτελείς και ιστορίες σε θολά μίγματα που δεν ξεχωρίζουν η μια από την άλλη. Άλλες στην πρώτη γραμμή, άλλες σε απόσταση.
Ο μικρότερος αδερφός επιστρέφει μετά από καιρό στην πατρίδα που εγκατέλειψε, με αφορμή έναν ετοιμοθάνατο σκύλο, για να βρει τελικά έναν έρωτα που ποτέ δεν πέθανε, μια οικογένεια ολότελα διαφορετική αλλά και ολότελα ίδια όπως την άφησε, ένα τόπο γνώριμο και ταυτόχρονα ξένο.
Ο Ιάκωβος θα αυτοκτονήσει απρόσμενα, αναπάντεχα, χωρίς προφανή αιτία και χωρίς κανένα γράμμα αιτιολόγησης. Συγγενείς και φίλοι θα αναζητήσουν απαντήσεις, αρνούμενοι να παραδοθούν στο αναπάντητο και αναίτιο της απώλειας. Όσο αργεί όμως η λύτρωση αυτή, όλα τα σκονισμένα φιτίλια θα αναφλεχτούν ταυτόχρονα.












Ενθαρρύνεται η ανάγνωση, αναδημοσίευση, διακίνηση. Πατήστε εδώ:



Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013 0 σχόλια

θα ξημέρωνε, θα το βρίσκαμε




Τα πόδια τους ήταν βυθισμένα στο υγρό λεπτό βότσαλο. Πιο πέρα, τα παπούτσια ήταν παρατημένα, μια κάλτσα είχε ήδη απομακρυνθεί από τον αέρα που έφτιαχνε δροσερό σπρέι από τα κύματα και ύστερα τα άπλωνε μονότονα στην άγρια ακτή, με τους φαγωμένους και κοφτερούς βράχους. Δυσοίωνη θάλασσα, τα σύννεφα λίγο πιο πάνω κινούνται παράλληλα με τα κύματα αλλά δεν βρίσκουν στεριά να εκτονωθούν, συνεχίζουν, θα συνεχίσουν. Η βουή είναι πιο δυνατή από τον ήχο των κυμάτων, ο αέρας σηκώνει μαζί με το σπρέι και λεπτή άμμο, κάθε τόσο τους χτυπάει κατα πρόσωπο, τα ακριβά τους ρούχα γεμίζουν αρμύρα και άργιλο.  Με δυσκολία ανάβει ο αναπτήρας, τα δυο χέρια τον προστατεύουν, το τσιγάρο θα σβήσει γρήγορα και καπνός του σχεδόν πονάει στο φάρυγγα. Πολλά, πάρα πολλά τσιγάρα, κλέβουν λίγο από την αμηχανία του χρόνου, κάτι γίνεται, δεν χρειάζεται να στέκεσαι και να μην μιλάς, αυτό θα έκανε τα πράγματα ανυπόφορα.  Σκυμμένο κεφάλι, το χέρι σγαρτζαλεύει τα βότσαλα και την άμμο, κάτι πρέπει να πεις.

‘’Τι κοιτάς;’’
‘’Ξέρω ‘γω...Δεν έχω καταλάβει.  Μια γυναίκα, σχηματίζεται και εξαφανίζεται μετά πάλι, είναι κάπως θολή και κάπως στεναχωρημένη...Μου φαίνεται ότι την ψάχνω στην πραγματικότητα’’
‘’Σαν εμένα δηλαδή; Εδώ είμαι, μπροστά σου’’
‘’Χα’’

Το τσιγάρο τελειώνει γρήγορα. Είναι πικρό, ο αέρας το κάνει χειρότερο. Κάποια στιγμή πρέπει να σηκωθούν. Για αυτόν είναι λίγο πιο δύσκολο. Δεν πολυθέλει. Το νιώθει. Σε λίγο θα ανάψει και άλλο τσιγάρο, τα εναπομείναντα περιφέρονται στο πακέτο, δεν θα βρει άλλα για λίγη ώρα ίσως θα έπρεπε να κάνει πιο αραία, νομίζει ότι θυμάται ότι έχει και άλλο πακέτο στο αυτοκίνητο, παρατημένο από καιρό. Λίγη στάχτη προσγειώνεται στα μαλλιά του, κάνει να την απομακρύνει, διστάζει, βυθίζει την λεπτή λευκή γόπα, κοιτάει ξανά στον ορίζοντα, τα χέρια στους αγκώνες, ίσως κάνει λίγο κρυο για τα ρούχα της. Καμιά φορά η σιωπή είναι πολύτιμη, δύσκολα οι άνθρωποι μοιράζονται μαζί στιγμές σιωπής, αλλά η σιωπή είναι ένα αίνιγμα, σε πιέζει.

‘’Θα μας ψάχνουν’’
‘’Μπορεί. Αλλά είναι γιορτή, δεν νομίζω να μετρούν τους καλεσμένους’’
‘’Δεν μπορεί παρά να μας ψάχνουν, μην λες ανοησίες’’

Ξανά σιωπή, θέλει να την μοιραστεί, δεν υπάρχει τίποτα να μοιραστείς στην σιωπή.  Στα διαλλείματά τους ο χρόνος περνάει, σε λίγο θα σκοτεινιάσει, πόση ώρα βρίσκονται εκεί; Όχι πολύ μακριά, το αυτοκίνητο, η πόρτα του συνοδηγού είναι ακόμα ανοιχτή, τους περιμένει να γυρίσουν, αλλά αυτός δεν σηκώνεται, σκάβει, σκάβει σαν ψάχνει μια αλήθεια θαμμένη μόλις πέντε εκατοστά από το έδαφος, δεν σηκώνει το κεφάλι του, δεν κοιτάει αλλού. Σε λίγο θα σκοτεινιάσει, πανάθεμά σε, δεν το βλέπεις; Δεν το βλέπεις στον ορίζοντα, μια μολυβένια κουβέρτα απλώνεται πάνω από την θάλασσα και έρχεται, έρχεται προς το μέρος μας, ποιος ξέρει τι θα γίνει όταν φτάνει στην ακτή, όταν τελειώσει η θάλασσα;
‘’Πρέπει να δοκιμάσουμε ξανά’’, του λέει.
‘’Δεν έχει νόημα’’
Εγκαταλείπει. Η πίκρα από το τσιγάρο δένεται με κόμπο απελπισίας στο λαιμό, πνίγεται, θέλει να αναπνεύσει αλλά οι αναπνοές τώρα είναι κοφτές και καμία δεν μπορεί  να καλύψει την λαιμαργία για αέρα. Σηκώνεται. Τον τραβάει από τον ώμο, δεν χρειάζεται να μιλήσουν άλλο, αυτός είναι απρόθυμος, αφήνει από την παλάμη του την άμμο να χυθεί σαν σε κλεψύδρα, την ακολουθεί με το κεφάλι σκυμένο, στην πλάτη του είναι το βάρος του κόσμου ή το δικό του βάρος. Θα οδηγήσει αυτή.

Το αυτοκίνητο μυρίζει όμορφα, δεν ήταν ποτέ να φτάσει εκεί, είναι καθαρό, οι ματ επιφάνειες γυαλίζουν, τα καθίσματα αναπνέουν πόλη και κλιματισμό. Μαζί τους φέρνουν άμμο και βότσαλο, το βλέπει, ενοχλείται, αλλά τώρα αυτό δεν είναι σημαντικό, αποφασίζει να μην το σκέφτεται, αυτά θα φύγουν αμέσως, δεν είναι τίποτα. Το αυτοκίνητο γυρίζει, ακολουθεί τον δρόμο που τους έβγαλε εκεί, αν τον ακολουθήσει θα γυρίσει πίσω, δεν μπορεί, κάποια στροφή ίσως έχασαν, ίσως δεν φαίνεται, οι δρόμοι είναι πρόχειροι, οι νεροφαγιές μπερδεύουν, κάπου έχει γίνει ένα λάθος άλλα όποιος δρόμος οδηγεί κάπου, μπορεί να οδηγήσει πίσω, αυτή είναι η ουσία των πραγμάτων.

Για να ακολουθήσεις τα σπόρια που σε φέρανε στο τώρα, αυτά χρειάζεσαι: Μνήμη, διαίσθηση, πείσμα. Η μνήμη είναι παγίδα, η μνήμη πλανεύει, όλα είναι ίδια, όταν πηγαίνεις δεν κρατάς. Η διαίσθση είναι ποτισμένη με αλμύρα, δίψα και κούραση, μην την εμπιστεύεσαι. Το πείσμα, το πείσμα είναι τυφλό. Παίρνει το μπουκάλι για να χαιδέψει τον λαιμό της. Αυτός το κρατάει σφιχτά-
‘’Θα το χρειαστούμε’’, λέει και δεν αναγνωρίζει το βλέμμα του.
‘’Δεν θα το χρειαστούμε’’.

Επιταχύνει χωρίς νόημα, το αυτοκίνητο χορεύει, ενίοτε η θάλασσα φαίνεται, πίσω από σκίνα, πίσω από ελιές, βλέπει το μολυβένιο πέπλο να πλησιάζει και άλλο, ανατριχιάζει, επιταχύνει, ακολουθεί το δρόμο τυφλά, είναι μόνο το πείσμα, αυτός δεν μιλάει, δεν έχει τίποτα να προτείνει, κάθεται και σφίγγει το χέρι του στην χειρολαβή.

Κανένα σταυροδρόμι. Καμία ανάμνηση κάποιας στροφής, λάθος ή σωστής. Κανένας κρυφός δρόμος. Καμία υποψία. Το νιώθει. Το καταλαβαίνει. Ο δρόμος φτάνει στην θάλασσα, στο ίδιο σημείο, από εκεί που ξεκίνησε, η ίδια θάλασσα, τα ίδια βράχια, ο ίδιος πυκνός άνεμος, η ανάσα είναι πάλι ένα μικρό πουγγί με βελόνες στο διάφραγμα. Αυτός σαν να το ήξερε, δεν γυρίζει καν να κοιτάξει, το κεφάλι σκυμμένο, το χέρι στην χειρολαβή, περιμένει. Τι σκατά περιμένει;

Θα κλάψει. Δεν πρέπει να κλάψει. Ή γιατί όχι; Αλλά δεν χρειάστηκε παρά ένα δάκρυ, ένα δάκρυ που θα μπορούσε να είναι και από την ένταση, είναι ένα σύνθημα, αυτός βγαίνει ξανά, περπατάει προς την παραλία, το μολυβένιο πέπλο έρχεται, φέρει μαζί του μια τελεσίδικη αύρα, δεν υπάρχει διέξοδος, είναι τόσο οριστικό που ο κόσμος γίνεται σιωπηλός στο πέρασμά του.

Η σιλουέτα του απομακρύνεται αργά, οι  ώμοι κυρτοί, το κεφάλι σκυμμένο, είναι μια αποδοχή, ίσως και να είναι φυσιολογικό, έχουν δοκιμάσει πια τόσες φορές. Αυτή οδηγούσε, μήπως φταίει αυτή; Γιατί δεν την κατηγορεί; Έχει φτάσει ήδη στο σημείο- εκεί που οι απαντήσεις του είναι πέντε εκατοστά από το έδαφος και τα δάχτυλα βυθίζονται στην υγρασία και την αναμοχλεύουν ψάχνοντας με την αφή, είναι μηχανικές οι κινήσεις του, περιμένει να τον δει να τρεμοσβήνει, να χαλάσει ο προτζέκτορας αυτού του διεφθαρμένου εφιάλτη, ίσως έχει άγχη, ίσως όλα αυτά είναι τέσσερις το πρωί και ίσως πρέπει να κλείσει τον κλιματισμό για να κοιμηθεί πιο ήσυχα. Ίσως πρέπει να σηκωθεί να ξεδιψάσει, ίσως να είναι ήδη πρωί και να έχει αργήσει.

Και ο αέρας φυσάει δυνατά, και η σφεντόνα του κόσμου ρίχνει μαζί του αρμύρα και είναι πηχτός, βαρύς, υγρός, δεν σε θέλει εδώ, σου λέει να φύγεις, φύγε γιατί έρχεται, το μολυβένιο κάλυμμα, θα τα σκεπάσει όλα, θα σκεπάσει την ακτή, θα σκεπάσει αυτόν, θα σκεπάσει και εσένα, και μετά δεν είναι ένδεχόμενο πια, είναι οριστικό.

Ίσως να ούρλιαξε. Εκτόνωση και μόνο, ο αέρας είναι πιο δυνατός, η βουή είναι πιο δυνατή, δεν τα νικάς με τις πολεμικές σου ιαχές. Βγαίνει και τρέχει προς το μέρος του. Φωνάζει από πιο πριν, φωνάζει το όνομά του, αυτός πρέπει να ξυπνήσει, να νοιαστεί, να το δει, να μην το αποδεχτεί, να το πάρει πάνω του, να προτείνει, να δράσει, να σηκώσει το δείκτη και να πει ότι εκεί είναι ο δρόμος και ας μην είναι, δεν μπορεί να οδηγεί άλλο αυτή, κουράστηκε, νύσταξε, διψάει, νιώθει ένοχη, έχασε την στροφή, αφαιρέθηκε, ξεχάστηκε.

Πέφτει σχεδόν  πάνω του, είναι αγκαλιά και χτύπημα, είναι τρυφερότητα και οργή μαζί, είναι υστερία και ηρεμία, ένας κόσμος σκοτεινιάζει και τον έχει ανάγκη, η απάντηση δεν είναι πέντε εκατοστά από το έδαφος. Τον χτυπάει, τον φιλάει, δεν ανταποδίδει τίποτα από τα δυο, στωικός, βυθισμένος σαν άυλος ανάμεσα στα βότσαλά του, μπορεί και να περάσει από μέσα του, τα μάτια του είναι διάφανα και βλέπει από πίσω το μολύβι του κόσμου να έρχεται, είναι ώρα που κάτι πρέπει να γίνει.

Σηκώνεται. Ίσως.

Την κοιτάει. Μπορεί να είναι χαμόγελο. Μπορεί να είναι αίνιγμα. Βγάζει το ακριβό σακάκι.
Βγάζει αργά, μεθοδικά, με σχέδιο, το λευκό πουκάμισο.
Αυτό τινάζεται απελευθερωμένο από τον αέρα, αιωρείται αβέβαιο, περιεργάζεται τον κόσμο χωρίς βάρος, στοχεύει στα σύννεφα, είναι χαμηλά, πέφτει σαν μάζα στα βότσαλα και γδέρνεται πάνω τους, η απορρίνιση θα το κάνει λείο, μεταξένιο, πιο ακριβό ακόμα.
Το παντελόνι πέφτει, είναι πιο βαρύ, στάσιμο, είναι τώρα γυμνός, τώρα χαμογελάει σίγουρα, ίσως να βρήκε την απάντηση. Να, ο δείκτης, επιτέλους.

Αλλά δείχνει εκεί που θα έπρεπε να τρέχει αντίθετα. Δείχνει μέσα, δείχνει βαθιά μέσα στο σούρουπο, δηλώνει ότι βλέπει εκεί, βλέπει εκεί καλύτερα από ότι πίσω, από εκεί που ήρθαν.

Βουτάει. Γελάει, ξεκαρδίζεται, γελάει δυνατά, κάπως πνίγεται, βήχει, γελάει ξανά, χτυπάει δυνατά τα χέρια και τα πόδια του, φωνάζει αλλά είναι άηχο σχεδόν, ίσως την προσκαλεί, ίσως δεν τον νοιάζει, ίσως τελικά είναι μόνο για εκείνον η στιγμή, η θάλασσα, η ελευθερία της γύμνιας του μπροστά στην νύχτα που τώρα καλπάζει προς το μέρος τους.

Κάτσε. Συνειδητοποίησέ το. Αφουγκράσου το. Αποκωδικοποίησέ το. Έπρεπε να το έχεις καταλάβει, να το έχεις καταλάβει πριν είναι τόσο αργά, πριν η νύχτα έρθει μαζί με την απελπισία. Είναι βαρύ, είναι μια μέγγενη, σε πιέζει τόσο που θα κλάψεις αλλά, πανάθεμά σε, έτσι θα έπρεπε να είναι η αλήθεια, δηλαδή τι νόμιζες, δηλαδή θεωρείς ότι επειδή είσαι αόρατη και περνάς αθόρυβα μέσα από τα μεσοτοίχια, ότι η αλήθεια δεν θα είναι και για σένα, εκεί, ότι έχεις κάποιο πλεονέκτημα; Κολυμπάει προς τα πίσω, φώναξέ του, μην χάνεις άλλο χρόνο, πάει εκεί από όπου εσύ πρέπει να φύγεις μακριά, πόσο ακόμα;

Βγαίνει, γελάει, ίσως γελάει με σένα, ίσως να γνωρίζει καλύτερα. Τώρα μιλάει αλλά ακούγονται μόνο σκόρπιοι φθόγγοι, η νύχτα έρχεται και θα καταπιεί μαζί σας και τον ήχο και την αφή.

Ακουμπάνε τα ακροδάχτυλα, έτσι ξεκίνησε, φευγαλέα, σε μια στιγμή, όταν κάθε μέρα διαρκούσε για την κάθε μέρα.

‘’Πρέπει να φύγω’’

Ένα χαμόγελο ή αέρας που βγαίνει από την μύτη κοφτά; Δηλαδή ναι, το ήξερες; Το ήξερες ότι στο τέλος, στο τέλος θα σε αφήσω εδώ και θα φύγω; Γιατί εσύ δεν κοίταξες σωστά την λάθος στροφή; Γιατί δεν κοίταζες; Γιατί δεν κοίταζες πανάθεμά σε; Πως θα φύγουμε από εδώ, αν δεν κοιτάς; Όλη μέρα, και θες να περάσουμε την νύχτα στο μέρος που δεν υπάρχει δρόμος. Γιατί να σου αρέσει εδώ; Πως μπορεί να σου αρέσει εδώ;

Εδώ η μέρα κρατάει όσο η μέρα, και μετά τη νύχτα είναι ξανά μια μέρα. Και τα αστέρια την νύχτα δεν είναι ερωμένες για τα νυχτολούλουδα, είναι μόνο αστέρια και νυχτολούλουδα. Εδώ δεν αργείς, ούτε θα αργήσεις, ότι ώρα και να ξυπνήσεις.

Μα τι λες; Ποιά μέθη γέννησε αυτό το παραλήρημα; Πρέπει να φύγω.

Μπορείς να φύγεις, θα έφευγες, θα έφευγες από την αρχή, εδώ δεν φωλιάζει κανείς, είναι μόνο πέρασμα.

Η απάντησή του, ξαναβουτάει και χάνεται. Ίσως σου δίνει χρόνο. Στα ακροδάχτυλα έχει μείνει ένας απόηχος της αφής, σβήνει σε κάθε παλμό. Θα σβήσει όταν τα δάχτυλα ακουμπήσουν το τιμόνι. Τα μεγάλα φώτα δεν τον βλέπουν πια, ένα λευκό πουκάμισο αλλάζει και γίνεται στιλπνό και γυαλιστερό ξύνοντας την ακτή. Θα το καταπιεί και αυτό η νύχτα. Μπορεί και αυτόν να τον έχει καταπιεί πια, έπρεπε να φύγει και να τον αφήσει, δεν υπήρχε άλλος δρόμος.

Το αυτοκίνητο γυρίζει και δεν επιταχύνει, πηγαίνει αργά, σαν να κινείται μόνο από την κλίση του δρόμου.

Αυτός κολυμπάει και άλλο προς τα μέσα, έχει περάσει πολύ ώρα, δεν τα βλέπει τα μεγάλα της φώτα πια, ίσως τα ξαναδεί, ίσως επιστρέψουν πάλι, ίσως χαθούν πιο βαθιά σε αυτό το σημείο, είναι αυτό το σημείο που πρέπει να στέκεσαι με το ένα πόδι και να τραγουδάς, αλλιώς δεν βρίσκεις την άκρη του.

Αφού κολυμπήσει αρκετά, τόσο που είναι ίσως αργά για τις δυνάμεις του να γυρίσει, έχει όλη την εικόνα, από άκρη σε άκρη, μπορεί να δει όλο το σημείο, φευγαλέα ίσως να βλέπει και τα φώτα της, τουλάχιστον τώρα μπορεί να καταλάβει γιατί και ας μην ξέρει ακόμα που.

Έχει όλη την εικόνα- δεν μπορεί παρά να χαμογελάσει.

Ήταν από την αρχή προφανές, τόσο που δεν φαινόταν./




0 σχόλια

Όσο διαρκεί ένα τσιγάρο

Ως να τελειώσει αυτό το τσιγάρο, στις δίνες του γκρίζου καπνού μπερδεύονται ανέκφραστες ιδέες, στροβιλίζονται μαζί του, ζαλίζονται, μεθούν και πέφτουν, πέφτουν αλλά δεν χτυπούν με κρότο στο πάτωμα, όπως περίμενα, το πάτωμα τις καταπίνει, δεν ακούγεται κανένας θόρυβος, δεν υπάρχουν σπασμένα κομμάτια, και οι δίνες τώρα χορεύουν σε τζαζ μελωδίες που δεν έχω ακούσει, δεν τις παίζω εγώ, δεν ξέρω να παίζω –που βρίσκεσαι;- και σε λίγο η χορωδία είναι φάλτσα και ηχηρή, σε λίγο σφίγγω τα αυτιά και τα χείλη μου, καθώς κάδρα από παλιές φωτογραφίες θρυμματίζονται, καθώς τα παράθυρα σκοτεινιάζουν γιατί είναι μόνο ραγίσματα, και μετά το νιώθω, νιώθω να βυθίζομαι, εγώ και όλα τα έπιπλα, βυθιζόμαστε, είναι κινούμενη άμμος, -που βρίσκεσαι;-

Το πάτωμα είναι η πηχτή θάλασσα, είναι ζεστή, όλα βυθίζονται αργά, σαν να έχουν σχέδιο, κάποια χάθηκαν ήδη, τώρα είναι μέχρι το λαιμό μου, κλείνω τα μάτια μου, παίρνω όση ανάσα μου έχει μείνει –που βρίσκεσαι;- βυθίζομαι, σκοτάδι, και ύστερα πάλι φως ή μάλλον πολλά φώτα, τώρα το στομάχι μου ανεβαίνει, δεν βυθίζομαι πέφτω, πέφτω με απροσδιόριστη ταχύτητα, γύρω μου τα έπιπλα χορεύουν, δεν έχουν πια βάρος, τίποτα δεν έχει βάρος, όλα είναι μετέωρα στην πτώση τους, επιταχύνουν, ξέρω ότι η πρόσκρουση δεν είναι μακριά, νιώθω το τέρμα αυτού του ξέφρενου ασανσέρ να στριγγλίζει, ίσως αυτό ανεβαίνει προς τα πάνω, η ταχύτητα με ζαλίζει, -που βρίσκεσαι;-

Τα τοιχώματα του δοκιμαστικού σωλήνα σπάνε, αμέτρητα κομμάτια αστράφτουν μπροστά μου, καλύπτω το πρόσωπό μου, -που βρίσκεσαι;- νερό και φως ανακόπτουν την πτώση μας, είμαι στην κοσμική αποχέτευση και σύντομα θα με βγάλει στην άπειρη θάλασσα, ήδη ακούω την βουή της, η καρδιά μου πάλλεται στο μπάσο της, τα έπιπλα είναι αραχνιασμένα, σκονισμένα και βρώμικα, στις φωτογραφίες είμαι παιδί, -που βρίσκεσαι;-

Και ύστερα είναι όλα εκεί, ένα σακίδιο, μια μπλούζα, μια κασέτα, είναι όλα εκεί σε μια μάζα, κινείται πιο γρήγορα από εμένα, όλα είναι ένα και το ένα είναι απειλή, η αιώρησή μου δεν μου επιτρέπει να το αποφύγω, με χτυπάει στο στέρνο, φτύνω την ανάσα μου μαζί με τον καπνό, το τσιγάρο πέφτει από το χέρι μου –που βρίσκεσαι;-

Μαζεύω το τσιγάρο από το χαλί, είναι μόνο μια γόπα, μια γόπα και μια καύτρα, καίει ακόμα, θα σβήσει κάποια στιγμή. Δεν θα το πιέσω στο τασάκι, στο υπόσχομαι. Δεν θα το σβήσω εγώ, στο υπόσχομαι. Θα σβήσει μόνο του, στο υπόσχομαι.


-Που βρίσκεσαι;-
Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013 0 σχόλια

The last days of Earth (1)

  Όταν λέει κάποιος επιστημονική φαντασία (sic), κατά βάση μιλάει για ένα σχετικά επαναλαμβανόμενο μοτίβο όπου η τεχνητή νοημοσύνη ξεπερνά το κρίσιμο όριο που ελέγχεται από τον άνθρωπο και αποδεικνύεται ιδιαιτέρως κακότροπη και επιθετική απέναντι στον Δημιουργό της. Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα θεματική πάνω στην οποία και μύθους μπορείς να χτίσεις και πράγματα να πεις. Το μεγαλύτερο μέρος των πραγμάτων που έχεις να πεις τα είπε σε 160 λεπτά ο Στάνλει Κιούμπρικ τα Χριστούγεννα του 1968. Επίσης καλά τα είπαν ο κύριος και η κυρία Γουατσόφσκι το 1999, και μάλιστα σε μια φόρμα καθαρά ψυχαγωγική (πράγμα δύσκολο). Ύστερα βγάλανε άλλα δυο προχωρώντας την ιδέα τους και το μπερδέψανε κάπως. Κατ'άλλους του αλλάξανε τα φώτα, συμφωνώ με τους δεύτερους. Θα έλεγα, μόνο για την φλυαρία, ότι καλά τα είπε και ο Άλεξ Πρόγιας με το Dark City, ενώ, και σ'όποιον αρέσει, μια χαρά τα είχε πει και ο Πολ Βερχόβεν με το Robocop (ναι, το Robocop). Θα έλεγα επίσης, με υποκειμενική αγάπη, ότι τον υπαρξιακό σχολιασμό τον είπε ο Ρίντλει Σκοτ και ότι το Blade Runner είναι μια από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. 

  Βέβαια δεν μιλάμε για κινηματογράφο εδώ, και πράγματι όλα τα παραπάνω έχουν λογοτεχνικό υπόβαθρο. Άρθουρ Κλαρκ (έχει γράψει τρεις Οδύσσειες), Ισαάκ Ασίμοφ και αν θέλει κάποιος και κάτι με πιο καθαρή mainstream φόρμα, Φίλιπ Κ. Ντικ (από το ''Do androids dream of electric sheep'' προέκυψε το Blade Runner ενώ είναι πίσω από το Minority Report, την Ολική Επαναφορά και αρκετά ακόμα). Αρκετοί άλλοι. Ως ερασιτέχνης που σέβεται τον ερασιτεχνισμό του, δεν έχω σκάψει σε πολύ βάθος και μένω στο ''αποτύπωμά'' τους σε διάφορες μορφές (σινεμά, κόμικς, μουσική κλπ). Φυσικά, ανοίγουν πολλές παράλληλες ''γραμμές'', που έχουν να κάνουν με τα εξωγήινα και, κατά βάση, απολυταρχικό σκοταδισμό- τίποτα στο μέλλον δεν είναι ευοίωνο. Αν το θέλει κανείς και πιο πολιτικά, μπορεί να γυρίσει στο μέλλον του παρελθόντος και το 1984. 

  Προκύπτουν όμως, δυο φαγούρες. Η πρώτη είναι ότι εκκρεμεί, στο μεγαλύτερο κομμάτι αυτού του όγκου δουλειάς και δημιουργίας, μια μάχη. Για την ακρίβεια, όχι μια μάχη, Η Μάχη. Θέλω να ελπίζω ότι είναι σαφές- Κάποιος κέρδισε ολοσχερώς για αυτήν την δυστοπική απεικόνιση του μέλλοντος, και κάποιος έχασε. Στο ιστορικό νήμα με τα πολλά ενδεχόμενα, κάπου η σύγκρουση κορυφώθηκε και το αποτέλεσμά της μπορεί να ήταν διαφορετικό, αναλόγως τον νικητή. Άλλωστε, όλες οι σκοτεινές μητροπόλεις του μέλλοντος, εκδοχές του ίδιου κοινωνικού συστήματος εκπροσωπούν. Τι έγινε στην πορεία; 

 Η δεύτερη είναι παρόμοια- βλέπεις την ανθρώπινη υπόσταση των ρομπότ, τα ρομπότ εξανθρωπίζονται και ίσως για αυτό προκύπτουν τόσο μαλακισμένα. Διαφωνώ. Μάλλον γίνεται το ανάποδο, όπως το είχαν πει κάποτε και οι Radiohead. 

  
  Διάφορα σκόρπια υπήρχαν αρκετό καιρό- πως είναι η εργασία όταν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής είναι τόσο αυτοματοποιημένο; Ποιο είναι το οριακό σημείο της Μάχης και πως θα μπορούσε αυτή να εκφραστεί; Ποιο μπορεί να είναι το πρότυπο του ρομποτοποιημένου ανθρώπου; Τι φοβίζει τους ανθρώπους αν ξεπεράσουν τον Θεό; Ποιοί είναι οι αρμοί που κρατούν μια κοινωνία ενωμένη όταν η καθημερινότητα είναι τόσο ζοφερή; Πόσο εύκολη και πόσο βαθιά είναι η χειραγώγηση όταν θα έχεις βιοτεχνολογία τέτοιου επιπέδου; Τι σκοπό θα έχει; 

 Κατά βάση, υπήρχε η Μάχη. Η ιστορία αυτή, που απλώθηκε τόσο που απ'ότι φαίνεται θέλει άλλο τόσο επί δυο ακόμα, έχει να κάνει με την Μάχη. Εκεί καταλήγει, αλλά ξεκινά λίγο πιο πίσω. Γιατί το άλλο ερώτημα είναι η φόρμα, και ο ερασιτέχνης που σέβεται τον ερασιτεχνισμό του θέλει μια φόρμα που να διασκεδάζει κατ'αρχήν, τον ίδιο. 

 Οπότε είναι επιστημονική φαντασία, έχει ρομπότ και τέτοια, και διάφορες κλεμμένες και mash-up ιδέες για το πως λειτουργούν οι καφετιέρες και τα αυτοκίνητα στο μέλλον. Είναι και 100 χρόνια (και βάλε) μετά. Είναι φυσικά περιπέτεια και έχει και love-story, ή δυο τρια από αυτά.  Έχει και εξωγήινους. Μαζί με αυτοκτονικές ποιήτριες και φιλοσόφους που σκέφτονται πέρα από τι λέξεις (και για αυτό δεν γράφουν τις φιλοσοφίες τους). Έχει και αυτό που μπορεί να φαντάζεται κανείς ως τον τέλειο άνθρωπο, τον άνθρωπο πέρα από τον άνθρωπο, στην υπηρεσία του ανθρώπου. Και έχει φυσικά, και την μητέρα των μαχών, αλλά όχι ακόμα, αυτό είναι μόνο το πρώτο μέρος. 

 Όλα αυτά θα ήταν μια σούπα από ιδέες. Ο κρίνος ήταν ένα τραγούδι. Αυτό το τραγούδι. Οι λέξεις ήρθαν εύκολα και ορμητικά μετά από αυτό το τραγούδι, δεν σταμάτησαν παρά μόνο όταν άρχισε σιγά σιγά να τελειώνει το καλοκαίρι. 





Οπότε, καλή ανάγνωση: Διαβάστε πατώντας την λέξη ''πατώντας''. 


 
;