Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Απόσπασμα από τις ''Ημέρες με Γεύση Βανίλια'' (με το soundtrack)

Οι ημέρες με γεύση βανίλια, ενότητα δεύτερη ''Οέο Μοντεβιδέο''



-2.

Όταν η νύχτα απλώθηκε σαν σιρόπι μαύρης σοκολάτας πάνω στην άχνη της υγρασίας και της αρμύρας του Μοντεβιδέο και του Νότιου Αντλαντικού, ξεκίνησε για την παραλία παρά την παρότρυνση της νονάς της να κάτσουν στην πισίνα του ξενοδοχείου και να απολαύσουν ένα κοκτέιλ. Στην πραγματικότητα, η νονά της δεν είχε κανένα λόγο και κανένα επιχείρημα να της πει να μην πάει- η ίδια στα νιάτα της θα πήγαινε ακόμα και αν την κλείδωναν στο δωμάτιο στον 14ο όροφο του ξενοδοχείου. Απλά ένιωθε μια ευθύνη απέναντι στην μικρή, και ήξερε και η ίδια ότι η λαγνεία είναι συνώνυμη μιας καρναβαλικής βραδιάς στο Μοντεβιδέο, και ας είχαμε ακόμα 2 ημέρες πριν την έναρξη του καρναβαλιού. Την φίλησε στο μέτωπο και της ζήτησε μια περιοδική επικοινωνία στο κινητό. Ύστερα, την αποχαιρέτησε χτυπώντας την στον πισινό, πάνω στον οποίο είχε τώρα φορέσει μια αέρινη φούστα, λεπτή σαν παρεό. Αν ήταν να χορέψει, θα ήθελε να είναι πιο άνετη.
Η παραλία ήταν δίπλα στην πόλη, έστεκε σαν την μικρή αυλή, δίπλα στο πολύβουο λιμάνι. Από μακριά καθώς πλησίαζε είδε τα γλωσσίδια της φωτιάς να θωπεύουν λάγνα την υγρασία της νύχτας, ενώ τα τύμπανα θύμιζαν κάποιο τελετουργικό που ήταν έτοιμο να ξεκινήσει. Έμοιαζε σαν την θυσία προς την θεότητα της σκοτεινής πλευράς, μα πάνω από όλα ήταν το ραφινάρισμα μιας υπόσχεσης για περιπέτεια και πάθος, έννοιες που την μαγνήτιζαν από μικρό κορίτσι, λες και είχε κάποια καρμική σχέση με την περιπέτεια, το απροσδόκητο, την πρόκληση.
Βύθισε τα πόδια της στην υγρή και δροσερή αμμουδιά και άφησε τα δάχτυλά της να παίξουν με τους λεπτούς κόκκους του χαλαζία. Οι φωτιές έμοιαζαν να σπαρταρούν στους ρυθμούς των τυμπάνων, φαινομενικά διαφορετικούς που όμως έδεναν με μια ιδιότροπη αρμονία, πέρα και έξω από τις μουσικές νόρμες. Οι σκοτεινές σιλουέτες γύρω της χόρευαν σαν σε κάποια περίεργη έκσταση, τα πρόσωπά τους όταν τα έφεγγε η φωτιά έμοιαζαν να είναι χαμένα σε κάποια μυσταγωγία των αισθήσεων. Ο αέρας είχε άρωμα από ερωτισμό και αλκόολ, και την τύλιγε σαν λεπτό παρεό. Έψαξε με το βλέμμα της να βρει ένα σημείο αναφοράς, όπως βρίσκει κανείς σε κάθε πάρτυ που πηγαίνει χωρίς να ξέρει κανέναν- ένα μπαρ, ένα μεγάλο καναπέ, ένα ήσυχο μπαλκόνι, ένα γνωστό. Το μόνο σημείο αναφοράς ήταν η ήρεμη ακτογραμμή με το αφρώδες περίβλημα και ο ρυθμός των κρουστών. Αυτά, μαζί με τον άγνωστο άντρα που την προσκάλεσε-προκάλεσε σε εκείνη την παραλία, τον οποίο αναγνώρισε από το ιδιαίτερο τσουλούφι, οκλαδόν στην άμμο, έμοιαζε να αγορεύει σε μια παρέα. Πλησιάζοντας κοντά του, αυτός την είδε και σχεδόν αντανακλαστικά σηκώθηκε όρθιος. Το πρόσωπό του χώριζε σχεδόν στα δυο ένα χαμόγελο- ήταν σκανταλιάρικο, ήταν αυτάρεσκο, ήταν και αυτό το χαμόγελο μια πρόσκληση-πρόκληση. Περπάτησε προς το μέρος της, μια ψαράδικη βερμούδα και ένα ανοιχτό πουκάμισο, και ένα μπουκάλι ρούμι.
-Να πω την αλήθεια μου, είπε λίγο φωναχτά, φανερώνοντας μια πρώτη παραζάλη αλκοόλ. Να πω την αλήθεια μου, δεν περίμενα να εμφανιστείς. Δεν περίμενα να δεχτείς την πρόσκληση.
-Ήταν περισσότερο πρόκληση, παρά πρόσκληση. Και δεν αφήνω προκλήσεις αναπάντητες, του είπε σαν να ήθελε να του πει κάτι άλλο πιο ουσιώδες για τον χαρακτήρα της.
-Ότι λες μεγάλες κουβέντες, τις λες, της απάντησε με το ίδιο προκλητικό χαμόγελο. Έλα τώρα, να πιείς μια γουλιά. Έχεις τάξει να χορέψεις, και κανείς δεν μπορεί να χορέψει αν δεν έχει αφεθεί στο πάθος και τον ρυθμό. Δες αυτό –και προέτεινε το μπουκάλι- ως το κλειδί για να σε ανοίξει.
Στα λόγια του, από την πρώτη κιόλας στιγμή, υπήρχε μια διφορούμενη αύρα ενός υποννοούμενου. Αυτό δεν την ενόχλησε, αντιθέτως. Έδενε όμορφα στο σχέδιο εκδίκησής της. Έπιασε το μπουκάλι και ήπιε μια γερή γουλιά, που έκαψε το λαιμό της και κινήθηκε κατηφορικά μέχρι το στομάχι της, καίγοντας τα πάντα στο διάβα του. Ένιωσε αυτόματα την ανάγκη να βήξει, αλλά συγκρατήθηκε, με τα μάτια της να βουρκώνουν σαν να ήθελε να κλάψει. Ύστερα, ήπιε μια ακόμα.
Στην 5η δυνατή γουλιά, περίπου 20 λεπτά μετά και ενώ καθόταν απέναντί του στην αμμουδιά, κοντά στην ακτή, το ρούμι έφτανε και χαίδευε τον λάρυγγά της σαν κάποιο σιρόπι. Η ζαλάδα έδενε με την νύχτα, την μουσική, τον φωτισμό και τις επιλογές της σαν σιρόπι βύσσινο σε καιμάκι. Ήταν από εκείνη την στιγμή έτοιμη να πάρει την εκδίκησή της.
-Μην ξεχνάς, της είπε. Εδώ πίνουμε, χορεύουμε, και συζητάμε πως θα αλλάξουμε τον κόσμο. Πριν χορέψεις πρέπει να μου πεις-πως θα αλλάξεις τον κόσμο;
Κόμπιασε στην ερώτηση του.
-Εσύ πως θα τον αλλάξεις, τον ρώτησε διπλωματικά. Αυτός χαμογέλασε ξανά. Αλήθεια, τι ιδιαίτερο, τι ωραίο χαμόγελο που είχε. Έμοιαζε με μαχαιριά περιπέτειας στο παχύ δέρμα της βαρεμάρας. Μια σκελίδα σκόρδο σε μια άνοστη σούπα.
-Έχεις την εντύπωση ότι θα την βγάλεις χωρίς να μάθουμε για εσένα, την ρώτησε. Εγώ για την ώρα αλλάζω τον κόσμο με το να γνωρίζω τον κόσμο. Πρέπει να γνωρίζεις τον κόσμο πριν τον αλλάξεις. Έτσι δεν είναι;
-Θέλεις να γνωρίσεις εμένα;, τον ρώτησε.
-Αγωνιώ, απάντησε και έσκυψε κοντά της, σαν να περιμένει απάντηση. Είχε εξιτάρει το ενδιαφέρον της σαν να το χτυπάει με μικρά ηλεκτροσόκ. Θέλω να μου πεις... τι θέλεις να κάνεις. Πως θέλεις να είσαι σε 10 χρόνια από τώρα.
-Δεν σε νοιάζει πως είμαι τώρα;
-Είσαι τώρα όπως θα ήθελες να είσαι; 
Η ερώτησή του ήταν εύστοχο τρίποντο από το κέντρο στην κόρνα της λήξης.
-Όχι.
-Άρα δεν θα σε γνωρίσω αν μου πεις πως είσαι τώρα. Πως θές να είσαι λοιπόν;
-Βάζω ένα κριτήριο για το πως θέλω να είμαι, είπε ενώ το σκεφτόταν εκείνη ακριβώς την στιγμή. Να μην γίνω ποτέ βαρετή και να ταξιδεύω συνέχεια.
-Αυτό μοιάζει με δυο κριτήρια, όχι ένα, είπε χαμογελώντας.
-Για μένα πάνε πακέτο.
-Δεν μου αρέσει, της είπε τελικά. Τον κοίταξε με απορία.
-Γιατί;
-Αυτό είναι κάτι που μπορείς να κάνεις από τις πισίνες των ξενοδοχείων. Είναι κάτι που μπορείς να καλύψεις με το να μείνεις όπως είσαι. Γιατί δεν πιστεύω ότι είσαι βαρετή, και σίγουρα ταξιδεύεις. Θες να είσαι δηλαδή εδώ που είσαι τώρα; Δεν μου κάνει για όνειρο αυτό. Δεν μου κάνει για πρόκληση. Δεν ταιριάζει στο ρυθμό της cambodere, δεν ταιριάζει στο Μοντεβιδέο, δεν νομίζω ότι υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να μπορείς να χορέψεις μέχρι το σημείο πυράκτωσης του πάθους σου. 


Τώρα η ζαλάδα έγινε ένας μικρός στρόβιλος μέσα στο κεφάλι της, που σήκωσε σχέδια εκδίκησης, σήκωσε πιθανές απαντήσεις, σήκωσε αισθήματα και αισθήσεις και τα έκανε ένα γενικευμένο αχταρμά. Απέναντί της, ένας άνθρωπος την προκαλούσε με υπεροψία και αυθάδεια και το πιο σημαντικό που κατάφερνε ήταν να την εξιτάρει- σκέφτηκε ότι θα ήθελε να τον χαστουκίσει, σκέφτηκε ότι θα ήθελε να φιλήσει τα χείλη του, σκέφτηκε ότι θα ήθελε να τον αφήσει να πέσει πάνω της στην υγρή άμμο, και τελικά σηκώθηκε όρθια και άρχισε να χορεύει.
Αυτή ήταν η καλύτερη απάντηση που είχε να του δώσει. Άρχισε να χορεύει, στην αρχή δειλά, προσπαθώντας να αφήσει τον ρυθμό να την πάρει από το χέρι, να χαιδέψει τις γάμπες της και να καθοδηγήσει την μέση της. Τρία τύμπανα- el piano, el rosteur, el chico, τρεις φαινομενικά διαφορετικοί ρυθμοί που ενώνονταν σε ένα ηχητικό σώμα, γεμάτο καμπύλες και χυμούς, υγρό και σε έξαψη, παραζαλισμένο από την μέθη.
Τρια διαφορετικά τύμπανα- el piano, για το μυαλό. El rosteur, για τις αισθήσεις. El chico, για την καρδιά. Σταμάτησε να το σκέφτεται, και άφησε το σώμα της να παραδοθεί στον ρυθμό, σαν να βυθίζεται σε κρύο ζωογόνο νερό. Έκλεισε τα μάτια της, έπαψε να ακούει, άφησε μόνο τις ηχητικές δονήσεις να την μεταφέρουν, να χαιδέψουν κάθε σημείο του σώματός της, να την αγγίξουν πονηρά, ερωτικά και εξουσιαστικά. Άφησε τις σκέψεις της να ταξιδέψουν και να κυριευτούν από την Άγρια Πλευρά της- δεν την ήξερε, δεν είχε τρόπους να την ελέγξει, την άφησε να εξουσιάσει το συνειδητό της, να γίνει μια εσωτερική παλλίρροια.
Χόρεψε για εκείνον, για εκείνη, για το Μοντεβιδέο, για την εκδίκησή της, για το πως είναι, για το πως θα ήθελε να είναι, για τον Αυτοκράτορα Ρυθμό, για τον Νότιο Ατλαντικό, για την έξαψη που αιμάτωνε σαν χαλασμένη μηχανή την είσοδο της στην αταξία και την απόλαυση.
Χόρεψε σαν να ήταν διαταγή εκείνου, χόρεψε σαν να ήταν επιθυμία της, χόρεψε σαν να ήταν φυσική διαδικασία, χόρεψε σαν να ήταν ανάγκη, χόρεψε σαν να ήταν ψευδαίσθηση, χόρεψε σαν να ήταν παρόρμηση, χόρεψε σαν να ήταν λογική και αναπόδραστη συνήθεια.
Χόρεψε σαν να πολεμούσε τον εαυτό της. Χόρεψε σαν να παραδίνεται στον εαυτό της. Χόρεψε σαν να πολεμούσε εκείνον. Χόρεψε σαν να παραδίνεται σε εκείνον. Χόρεψε σαν κάλεσμα, χόρεψε σαν άρνηση. Χόρεψε σαν να λέει ναι, και ύστερα χόρεψε σαν να λέει όχι. Χόρεψε σαν να ξεκινάει εκείνη την στιγμή να ζει. Χόρεψε σαν να ήταν έτοιμη με το χορό της να πεθάνει.
Χόρεψε μέχρι ο ιδρώτας να την κάνει να γυαλίζει δίπλα στην φωτιά και να στάζει στο μέτωπό της, σαν να είναι χυμοί που βγαίνουν από το σώμα της που στίβεται στο ρυθμό και την ένταση. Όσο δυνάμωνε ο ρυθμός, που δυνάμωνε μεθοδικά και αποφασιστικά, σαν βήμα στρατού που πάει να σπάσει την πύλη του εχθρού, τόσο παραδινόταν σε αυτόν, τόσο άνοιγε την πύλη της.
Χόρεψε μέχρι που ένιωσε τους μυς της να καίνε, σαν να τυλίγονται με φωτιά. Χόρεψε μέχρι που ένιωσε την κάψα στα απόκρυφά της να την οδηγεί σε έναν οργασμό διαφορετικό αλλά αδιαμφησβήτητα αληθινό. Χόρεψε μέχρι που ένιωσε την ανάσα της να μην μπορεί πλέον να την ακολουθήσει. Χόρεψε μέχρι που ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει στον ξέφρενο ρυθμό των κρουστών, με τα τοιχώματά της ανήμπορα να συγκρατήσουν το πυρακτωμένο αίμα της.
Χόρεψε μέχρι που ένιωσε να καταρρέει από το βάρος του ρυθμού, σχεδόν λιπόθυμη, αφημένη στην παραζάλη. Μέχρι που ένιωσε τα χέρια του, πρέπει να ήταν αυτός, να την παίρνουν σε μια περίεργη αγκαλιά και να την ξαπλώνουν στην υγρή άμμο, σε σημείο που η θάλασσα έφτανε μέχρι τα γόνατά της και ανέβαινε πρόστυχα μέχρι τους μηρούς της. Μέχρι που ένιωσε το σώμα του να ανεβαίνει πάνω στο δικό της, μέχρι που ένιωσε τα αλμυρά, μουδιασμένα από το αλκοόλ χείλη του πάνω στα δικά της, την γλώσσα του να αγκαλιάζει την δική της, τα στόματά τους να προσπαθούν να ανταποκριθούν στο ρυθμό και το πάθος.
Ένιωσε το χέρι του να παίρνει την σκυτάλη από το κύμα και να ανεβαίνει εκεί που δεν έφτανε αυτό, κάτω από την φούστα της, ανηφορικά στον εσωτερικό μηρό της, να ακουμπάει πάνω στο μικροσκοπικό της εσώρουχο και η επαφή του με την ίδια και την πηγή του πάθους της να την οδηγεί να συσπάται σε όλο της το σώμα και να αφήνει βουβά, ξέπνοα βογγητά.
Ύστερα, η εσωτερική της παλίρροια σκέπασε με ζεστό και πυκνό νερό κάθε πιθαμή ξηράς και το στόμα της άνοιξε πασχίζοντας για αέρα αλλά δεν έβγαλε ήχο. Έμεινε ανοιχτό, σαν κάποια αγαλμάτινη φιγούρα σε μια μαρμαριένα αναπαράσταση ενός Διονυσιακού οργίου. Ύστερα τίποτα, μόνο ο ρυθμός σαν δόνηση στην άμμο και η υγρασία του Νότιου Ατλαντικού. 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
;