Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

Snowpiercer (2013)

Μέχρι να ξεκινήσει η ταινία, ήξερα μόνο λίγα πράγματα:

-Ένα trailer που έμοιαζε με τυπική ταινία δράσης, με την διαφορά μιας (σε σημεία) αισθητικής τύπου Terry Gilliam και μιας εκπληκτικής και γκροτέσκας Tilda Swindon να ορίζει μια ταξική σχεδόν διάσταση με μια ατάκα: ''Know Your Place''.
-Ότι είναι μια διεθνής μη χολιγουντιανή παραγωγή που χρηματοδότησε τον Joon-Ho Bong να γυρίσει ένα παλιό γαλλικό graphic novel. Τον Κορεάτη κύριο Bong τον ήξερα από το περιέργως καλό The Host (2006).
-Ότι έχει για πρωταγωνιστή τον Chris Evans. Τον (νερόβραστο) Captain America δηλαδή. Ωστόσο, για όσους έχουν δει το Puncture (2011) μάλλον αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, τουλάχιστον για ρόλους που δεν παίζει τον ''ωραίο'' (και αφήνει μούσια).
-Ότι ''μάλλον είναι καλή'' από τις αντιδράσεις κάποιων κριτικών που το πέτυχαν σε διάφορα φεστιβάλ στο τέλος του 2013. 

Ήμουν απροετοίμαστος για το Snowpiercer. Και επειδή αυτό ίσως να συνέβαλε στην εμπειρία της ταινίας, μιας και από εδώ και πέρα θα είναι γεμάτο spoiler, ξεκινάω με το συμπέρασμα: Βρείτε την και δείτε την.

SPOILERPIERCER από 'δω και πέρα (δηλαδή διαβάζεται καλύτερα μετά την ταινία)

Η υπόθεση είναι μάλλον εξαιρετικά απλή. Απέναντι  στην ραγδαία θέρμανση του πλανήτη που εμείς προκαλέσαμε, τα κάνουμε δυο φορές μαντάρα με κάποιο αέριο που προκάλεσε μια ραγδαία εποχή των παγετώνων, αφανίζοντας την ζωή από άκρη σε άκρη. Με εξαίρεση, ένα τρένο (με κάποιον μηχανισμό αειφορίας σε ότι αφορά την ενέργειά του) που κάνει τον γύρο του κόσμου (μια περιστροφή σε έναν χρόνο) που κατασκευάστηκε από έναν Wilford. Οι μοναδικοί λοιπόν επιζήσαντες βρίσκονται στιβαγμένοι σε ένα τρένο, πηγαίνοντας γύρω γύρω σε ένα παγωμένο πλανήτη χωρίς ζωή. Για 17 περίπου χρόνια, μέχρι το σημείο που ξεκινάει η ταινία.

Ως εδώ, φαντάζει ως μια ακόμα ''οικολογική'' περιπέτεια. Θα ήταν, αν ο κύριος Bong (και οι δημιουργοί του κόμικ) δεν ήταν στην πραγματικότητα, κυριολεκτικοί: Αν στο τρένο έχουμε μια μικρογραφία της ''ανθρωπότητας'', αυτή η μικρογραφία δεν αφορά τα κλασσικά στερεότυπα που έχουν οι απανταχού κινηματογραφικές μικρογραφίες. Η μικρογραφία είναι αντίγραφο της παλιάς μεγάλης εικόνας: Ο ταξικά διαχωρισμένος μας κόσμος, αυτή τη φορά οριζόμενος και διαστρωματωμένος ως προς το μήκος και όχι το ύψος της οικονομικής πυραμίδας. Στην ουρά του τρένου, σε ένα καθεστώς εξαθλίωσης, κουρελιασμένοι και βρώμικοι, ζουν οι κολασμένοι του τέλους του κόσμου. Στην μύτη του τρένου, αυτή που διαλύει τον πάγο καθώς αυτό κινείται ασταμάτητο, ζουν οι προνομιούχοι, το 1%. Από την αρχή η ταινία αποκτά τον ταξικό της χαρακτήρα: ''Know your place'' φωνάζει η Tilda Swindon, εκπρόσωπος της Αρχής και της Ισορροπίας, ''Soon will be our time'', ψιθυρίζει ο Chris Evans, σχεδιάζοντας μια επερχόμενη εξέγερση των κολασμένων καθώς η Αρχή τιμωρεί βάναυσα έναν από αυτούς, που τόλμησε να την αμφισβητήσει.

Αυτή είναι η και η ιστορία που κινεί την πλοκή: Η διαδρομή των κολασμένων, από την ουρά στην μύτη του μεγάλου τρένου, βαγόνι το βαγόνι, βήμα το βήμα, αναμέτρηση την αναμέτρηση. O Chris Evans είναι ο απρόθυμος, από τα κάτω αναδεικνυόμενος ηγέτης της εξέγερσης, ο Jaime Bell το δεξί του χέρι, ο John Hurt (μοιάζει φτιαγμένος για τέτοιους ρόλους) ο σοφός γερασμένος ''ιδεολογικός'' καθοδηγητής και ο Kang Ho Song ο αναπάντεχος σύμμαχος ''εκ των έσω''. Απέναντί τους, δεν βρίσκονται μόνοι οι κλειστές πόρτες του τρένου του Wilford, αλλά όλη η μοχθηρή βια και το μένος των ''μπροστινών''.

Κάποιος μπορεί να πει ότι ''το έχει ξαναδεί'' αυτό, αλλά αυτή η ταινία, συνεχιστής του 1984 και της Φάρμας των Ζώων όπως θα μπορούσε να τα έχει δει στον ύπνο του ο Terry Gilliam αφού είχε διαβάσει τα υπαρξιακά αδιέξοδα του Καμύ αλλά και του Αλτουσέρ είναι  ένα καλλιτεχνικό επίτευγμα που πολύ απέχει από το είδος ''ταινία δράσης επιστημονικής φαντασίας'' με το οποίο προετοιμάζει το άνοιγμά της στην Αμερική. Παρεπιμπτόντως αλλά όχι παραδόξως, η εκεί εκδοχή θα είναι αρκετά κουτσουρεμένη, οπότε να προτιμήσετε την uncut version.


Η υπαρξιακή απαισιδοξία του πρωτότυπου κόμικ δεν αφήνει άλλωστε πολλά περιθώρια: Η αιματοβαμμένη πορεία των κολασμένων, ακόμα και αν καταφέρει να περάσει τις ορδές των ταγμάτων διατήρησης της Τάξης, ακόμα και αν διαπεράσει την πόρτα που κρύβεται ο Wilford και η μηχανή του, δεν θα καταφέρει να αλλάξει τον παγωμένο κόσμο που βρίσκεται έξω από το τρένο. Ο Kang Ho Song, που βοηθάει τους εξεγερμένους ανοίγοντας τις πόρτες, βαγόνι το βαγόνι, φαίνεται να το ξέρει αυτό: Για αυτόν το τέλος της διαδρομής δεν είναι η αλλαγή στην εξουσία που επιδιώκει με γνήσιο ταξικό μίσος ο Chris Evans, αλλά η κυριολεκτική αυτοκτονία μπροστά στο υπαρξιακό αδιέξοδο. Για αυτόν είναι ώρα να σταματήσει το τρένο, όσο ο Evans διαλύεται μπροστά στον Wilford (πολύ καλή η επιλογή του Ed Harris, μιας και ο Wilford εμφανίζεται στα τελευταία 20 λεπτά) που του προτείνει (με ατομικούς όρους) την διαδοχή στην εξουσία και στην διατήρηση της Τάξης: Άλλωστε, το μήνυμα του Wilford ως κατασκευαστή και ρυθμιστή του Συστήματος, είναι σαφές - αν δεν υπήρχαν οι χαοτικές αυτές αντιθέσεις, αν δεν υπήρχε η βάναυση εκμετάλλευση των πίσω από τους μπροστά, η ανθρωπότητα δεν θα μπορούσε να επιβιώσει γιατί πολύ απλά το τρένο θα σταματούσε.

Εκείνο το σημείο, του φινάλε, ήταν κρίσιμο. Όταν άρχισε να θυμίζει απειλητικά το Μatrix με την όλη συνάντηση του Εκλεκτού με τον Αρχιτέκτονα και τα yadda yadda της μοιρολατρίας (ένας από τους παράγοντες που κατέστρεψαν όλη την μυθολογία του matrix) και της νομοτέλειας της αποτυχίας των ''αντιστάσεων'', όταν δηλαδή ο Ed Harris άρχισε να εξηγεί με οργουελικούς όρους το Τέλος της Ιστορίας του Φουκογιάμα, η ταινία θα μπορούσε άνετα να καταρρεύσει: Εκεί όμως είναι το σημείο που ίσως απουσιάζει ως τώρα από κάθε ταινία του είδους - η απάντηση στο ερώτημα μπορεί και να είναι ότι το ερώτημα είναι λάθος. Η ''τελευταία ελπίδα της ανθρωπότητας'', επειδή είναι καθ'εικόνα και καθ'ομοίωση της πρότερης ανθρωπότητας, βασιζόμενη πάνω στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, δεν μπορεί να φέρει μαζί της οποιαδήποτε έννοια ''ελπίδας'' ή θετικού προτάγματος. Όπως μας δείχνει το φινάλε, μια νεαρή κοπέλα μπροστά σε μια πολική αρκούδα μπορεί να είναι πολύ περισσότερο ελπιδοφόρα εικόνα από την εντυπωσιακή και υπνωτικά άρτια αειφόρο μηχανή του Wilford. Η οποία (όπως και ο ίδιος) είναι ανατριχιαστικά άρτια, και αυτή η ανατριχίλια της μορφής εξηγείται από το περιεχόμενό της. Η φρίκη που αποκαλύπτεται όταν ο Evans βλέπει για πρώτη φορά το μυστικό της λειτουργίας της (μια ακόμα φρίκη από τις πολλές που είδε στην πορεία του, αλλά ίσως η πιο καθοριστική), όταν βλέπει για πρώτη φορά πόσο ανάγκη έχει η μύτη την ουρά είναι η αφύπνιση, η στιγμή της συνειδητοποίησης και της επίλυσης όλων των αντιφάσεων που προκαλεί το ιλουστρασιόν περιτύλιγμα της μπουρζουαζίας. Εκεί λοιπόν, ο Evans και ο αλλόγλωσος βοηθός του Song θα εκτροχιάσουν την Κυρίαρχη Αφήγηση της Τάξης του τρένου και θα διεκδικήσουν το δικαίωμά τους (ή των απογόνων τους) για μια άλλη εξιστόρηση και νοηματοδότηση για το μέλλον του ανθρώπινου είδους.

''Nice'', θα πει απογοητευμένος ο Wilford του Ed Harris λίγο πριν καταρρεύσει ο απόηχος του αποκρουστικού κόσμου που επέμενε να επιβιώνει, αλλά είχε έρθει η ώρα να φτάσει στο τυπικό του τέλος, μιας και το ουσιαστικό είχε ήδη έρθει, 17 χρόνια πριν. Το Snowpiercer είναι η ανθρωπότητα ''ανάμεσα σε δυο θανάτους''- Οι κολασμένοι αυτή τη φορά, αντιπαρατάσσουν την δικαιοσύνη πέρα από το Δίκαιο όπως αυτό ορίζεται από το τρένο, και η εφόρμησή τους προς τα εμπρός είναι μια προδιαγεγραμένη θυσία, μια προδιαγεγραμένη αυτοκτονία. Η βίαια και θανατηφόρα εισβολή του Πραγματικού (που στην συγκεκριμένη περίπτωση, είναι ο παγετώνας) είναι η μόνη που μπορεί να σημάνει και το οριστικό τέλος του ''νόμου'' και της ''τάξης'' όπως ορίζεται μέσα στην μηχανική κιβωτό.

Άλλωστε, για αυτήν την αντιστροφή, ο Bong προετοιμάζει ώρα πριν: Η ακραία εκδοχή των εξαθλιωμένων κουρέληδων (που στο πρώτο μεγάλο σοκ, αποκαλύπτεται ότι τρέφονται με κομποστοποιημένες κατσαρίδες) μοιάζει πολύ πιο ζεστή και οικεία από το χρωματιστό και φαινομενικά ''κανονικό'' σχολείο (σε μια σουρεαλιστική σεκάνς με την Allison Pill να δίνει ρέστα ως δασκάλα), πολύ πιο ανθρώπινη από την εικόνα των προνομιούχων στα πρώτα βαγόνια, όπου μοιάζουν ναρκωμένα ζόμπι ενός παρακμιακού ρωμαικού όργιου που διακόπτεται από την επέλαση της ανατροπής- στην αρχή τους κοιτούν σαν υπνωτισμένοι, μετά οπλίζονται με λύσσα για να μην χάσουν τα προνόμιά τους στην χυδαία απονεκρωμένη ζωή τους. 

Είναι λοιπόν κάτι τέτοιες ταινίες που ξεχωρίζουν από τον ατέλειωτο σωρό αναμασημένων κλισέ των ''περιπετειών'' της κυρίαρχης παραγωγής. Ακόμα και διάφορες ατέλειες (κυρίως σεναριακές, όπως κάποιες επιμέρους μεταφυσικές υπερβάσεις και λογικά κενά αλλά και κάποιες αισθητικές, όπως ο ψηφιακός εξωτερικός ''παγωμένος'' κόσμος) σβήνονται μπροστά στο συνολικό δημιούργημα αλλά και στην εκπληκτική, στιλιζαρισμένη σκηνοθεσία. Η σκηνή της αναμέτρησης των εξεγερμένων με τα φασιστοειδή ΜΑΤ του τρένου με τα τσεκούρια, είναι ήδη μια στιγμή ανθολογίας.

Το πολυπρόσωπο και πολύγλωσσο και πολύχρωμο cast αποδίδει εξαιρετικά παρά τις όποιες ευκολίες (ένα γούκι-τόκι μεταφραστής για να μπορούν να μιλάνε), τόσο από την μεριά των εξεγερμένων όσο και από την μεριά του καθεστώτος (πέρα από την Tilda Swindon και τον Ed Harris, o Vlad Ivanov δίνει μια εκπληκτική σιωπηλή και γκροτέσκα ερμηνεία ενός ''εξολοθρευτή''), ενώ κάθε βαγόνι είναι μια εικαστική και σκηνοθετική παράσταση.

Σε τελική ανάλυση, ο Bong απαντά και ένα ακόμα ερώτημα: Πως μπορεί μια ταινία, παραμένοντας φτιαγμένη με όρους ''εμπορικούς'', να συνιστά ταυτόχρονα μια καλλιτεχνική, σκεπτόμενη δημιουργία. Ακόμα η ταινία δεν έχει κυκλοφορήσει στην Αμερική, όπου βέβαια θα προβληθεί χωρίς κάποιες σκηνές και με φήμες για πιο ''αισιόδοξο'' φινάλε (ο Bong φαίνεται εξοργισμένος από αυτήν την προοπτική).

Ανεξαρτήτως όμως της όποιας εμπορικής επιτυχίας της, το Snowpiercer είναι ένα από τα πιο όμορφα και καλοφτιαγμένα στιγμιότυπα κινηματογραφικής εμπειρίας των τελευταίων χρόνων, σε ένα είδος παραφορτωμένο από κλισέ και ευκολίες των σύγχρονων τεχνολογικών μέσων. Ο κινηματογράφος στα καλύτερά του.













0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
;