Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Υπερτιμημένα πράγματα #2: Forrest Gump

Ότι και αν υποστηρίζει ο Η.Κ., τα Όσκαρ είναι υπερτιμημένα. Η κορυφαία κινηματογραφική βράβευση (με όρους εμπορικότητας και πρεστίζ, όχι απαραίτητα καλλιτεχνικής αισθητικής) άλλωστε προκύπτει από ένα σύνολο αρκετά συντηρητικών και σε πολλές περιπτώσεις, ξεπερασμένων κριτικών. Ακόμα και έτσι, υπάρχει σειρά ''εκγλημάτων'' που έχουν λάβει χώρα στα Όσκαρ, με κορυφαίο ίσως παράδειγμα την μάχη ανάμεσα στο Ρόκυ και τον Ταξιτζή του Σκορτσέζε, ή αλλιώς, την μάχη ανάμεσα στο American Dream και το American Nightmare, με νικητή φυσικά τον ανίκανο να αρθρώσει δυο λέξεις στη σειρά Σταλόνε (που παρεπιμπτόντως, όταν αποφάσισε να μην πάρει τον εαυτό του στα σοβαρά, έφτιαξε καθαρόαιμη διασκέδαση με τους Αναλώσιμους). Ή για παράδειγμα την βράβευση του ανεκδιήγητου Crash το 2005, έναντι ταινιών όπως το Καληνύχτα και Καλή Τύχη (υποτιμημένο), το Brokeback Mountain (υπερτιμημένο αλλά σαφώς καλύτερο) ή ακόμα και το Μόναχο και το Τρούμαν Καπότε. Η λίστα είναι μεγάλη εδώ και δεν έχει νόημα, αλλά λίγο άχτι δεν βλάπτει: Ο ερωτευμένος Σέξπιρ κέρδισε την Λεπτή Κόκκινη Γραμμή. Ο Μπενίνι κέρδισε τον Νόρτον στα Μαθήματα Αμερικάνικης Ιστορίας. Ένας Μπέντον (Κράμερ εναντίον Κράμερ) κέρδισε τον Κόπολα (Αποκάλυψη Τώρα). Μπορώ να συνεχίσω με ότι μου έρχεται, αλλά στην πραγματικότητα το θέμα είναι αλλού: Ακόμα και αυτές οι αδικίες να μην γινόντουσαν, και πάλι θα υπήρχαν αδικίες απέναντι στις ταινίες που δεν φτάνουν καν στην 5αδα των υποψηφιοτήτων- εκεί μπορεί να δει κανείς πολύ περισσότερο την στασιμότητα του θεσμού στο να αναδυκνείει το ριζοσπαστικό σε μορφή και περιεχόμενο.
   
 (Βέβαια, εδώ θέλει μια σημείωση- η αλήθεια είναι ότι το ριζοσπαστικό στην μορφή το επιβραβεύει. Για παράδειγμα το Avatar (υπερτιμημένο) αναγνωρίστηκε, εμπορικά και τεχνικά, δίνοντας ωστόσο μια νεα πραγματικότητα για την κινηματογραφική βιομηχανία σήμερα: Αλματώδης ανάπτυξη τεχνικών δυνατοτήτων--ένδεια στην παραγωγή μιας νέας μυθολογίας και περιεχομένου ικανού να την εκμεταλλευτεί. Ένα καλό παράδειγμα είναι και ο Προμηθέας του Σκοτ, και ας διαφωνεί ο φίλος Ν.Β.. Άλλη μεγάλη κουβέντα, κλείνει η παρένθεση.) 

O Forrest Gump άρχισε να τρέχει το 1994, και κατέληξε να πάρει Όσκαρ, να βραβευτεί από κάθε φεστιβάλ του κόσμου και να πολλαπλασιάσει το κόστος παραγωγής του. Κυρίως όμως, να αναγορευτεί ως μια από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Εκεί, δυστυχώς, αρχίζει και φαίνεται η επίδραση της βιομηχανίας πάνω στις προτιμήσεις και το κριτήριο του θεατή. Ο συμπαθής Φόρεστ είναι ο ορισμός της ''ευχάριστης ταινίας'', από αυτές που πετυχαίνει κανείς στην τηλεόραση και καταλήγει να την βλέπει για όλες τις υπερφορτωμένες 2 1/2 ώρες της. Είναι καλοφτιαγμένη στα όρια της παράνοιας (για τα εξωτερικά πλάνα έγινε χρήση δορυφόρου για τον σωστό φωτισμό), παράγει γέλιο και συγκίνηση, έχει έναν αβανταδόρικο ρόλο τον οποίο χειρίζεται πράγματι με μαεστρία ο Τομ Χανκς, έχει εκπληκτικά ειδικά εφέ (και αποστομώνει όσους θεωρούν ότι όπου ''ειδικά εφέ''=''σκηνές δράσης και μπουμ μπουμ'') και (υποτίθεται ότι) αποτελεί ένα άλμπουμ ήχων και εικόνας για την σύγχρονη αμερικάνικη ιστορία. Σε όλα αυτά, μέσα. Σε τελική ανάλυση όμως, ο Φόρεστ είναι μια ταινία που δεν έχει τίποτα, απολύτως τίποτα να πει για όσα θέματα καταπιάνεται. Εξηγούμαι σε λίγο: 

Το 1994 ήταν μια χρονιά με αρκετά ενδιαφέρουσες ταινίες, χωρίς καμία ωστόσο να ''αλλάξει'' κάπως τα δεδομένα. Η πιο τολμηρή, αλλά πάντα εντός των κανόνων και των τάσεων, ήταν η στιλιζαρισμένη και βγαλμένη από τα καλλιτεχνικά κατακάθια της αμερικάνικης ποπ κουλτούρας βια του Pulp Fiction. Υπήρξε όμως και η επίσης στιλιζαρισμένη αλλά περιέργως ρεαλιστική βία του Natural Born Killers (που θα μας απασχολήσει σε επόμενο κείμενο). Υπήρξε η υπερτιμημένη συγκίνηση της Τελευταίας Εξόδου, η cult και και γραφική φιγούρα του Ζαν Ρενό ως Leon, το κλάμα για το ''Μπαμπά, Ξύπνα'', το κακό στα όρια της λατρείας Street Fighter με την Kylie και το κρεσέντο του Τζιμ (Ace Ventura, Stanley Ipkis, Dumper). Υπήρξαν όμως και ταινίες που επισκιάστηκαν αδίκως χωρίς να τους αξίζει: Ο Depp ως Ed Wood, το Κοράκι, η Συνέντευξη με ένα Βρικόλακα και το Clerks. Θα πρότεινα ωστόσο, αφού πιάσαμε το 1994 για να φανεί πόσο λίγη ταινία είναι ο Φόρεστ συγκριτικά με άλλες της χρονιάς του, να δει κανείς τα εξής: Τις σφαίρες πάνω από το Μπρόντγουει (γιατί ο Woody είναι Woody), το παραγνωρισμένο και αδίκως υποτιμημένο νοσηρό ''Μικρά Εκγλήματα μεταξύ φίλων'', το Κόκκινο του Κισλόφσκι (είναι το 3ο της τριλογίας ωστόσο!), την πιο αδικημένη ταινία των αδερφών Κοέν που στα ελληνικά ονομάστηκε ...''ο κύριος Χούλα-Χουπ'' και για πιο βαριές καταστάσεις, τον υπνωτικό Μπέλα Ταρ στο Satantango και το Chungking Express. 

Προς τι λοιπόν η λίστα με τις ταινίες του 1994; Πολύ απλά γιατί προσωπικά, μου άρεσαν όλες αυτές πολύ περισσότερο από το Φόρεστ Γκαμπ. Αλλά πέρα από την σύγκρισή του με άλλα έργα, αυτό το κολλάζ μουσικής περιοδολόγησης από το '60 στο '80 με κέντρο ένα χαζό τύπο που τρέχει, είναι μια ταινία εξαιρετικά φαντεζί στην όψη αλλά κενή περιεχομένου. Ή όπως θα έλεγε και ο ίδιος, να έχεις ένα κουτί με σοκολατάκια και μέσα να μην έχει τίποτα. 

Πρώτον, όπως ανέφερα, δεν έχει τίποτα να πει για τα ζητήματα που θίγει. Το γεγονός ότι ο Φόρεστ είναι λίγο καθυστερημένος, φαντάζει περισσότερο ως ένα εύρημα για να χώνεται σε διάφορες γωνιές της Αμερικάνικης Ιστορίας παρά ως ένα κάποιο σχόλιο- από ένα σημείο και μετά φαντάζει περισσότερο ως ένας μεγάλος που παλιμπαιδίζει παρά ως ένας πραγματικός καθυστερημένος. (Για μια πολύ πιο ρεαλιστική προσέγγιση στην οπτική γωνία των ανθρώπων με καθυστέρηση, συνιστώ το βιβλιαράκι ''Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα''). Ακόμα και το μεγάλο ατού της ταινίας, οι Ιστορικές στιγμές, παρά την εξαιρετική επιμέλεια που έχουν σε ρούχα και μουσικές, είναι ένα απλό και χωρίς κάποια σύνδεση κολλάζ εικόνων για τις οποίες ούτε ο Φόρεστ ούτε ο σκηνοθέτης έχει κάτι ιδιαίτερο να πει. Ο Φόρεστ ξεσκεπάζει το σκάνδαλο Watergate, μετά πηγαίνει στην Κίνα και παίζει πινγκ-πονγκ μπροστά σε πόστερ του Μάο, μετά είναι στο Βιετνάμ, μετά μιλάει σε συλλαλητήριο των Χίπις, μετά παρακολουθεί τους πρώτους μαύρους σε κολλέγιο του νότου, μετά τρέχει χωρίς λόγο, μετά εφευρίσκει το σλόγκαν shit happens. Τα έγραψα με άλλη σειρά, αλλά δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο: Όλη η ταινία είναι συρραμένα ανέκδοτα διαφόρων ειδών και εποχών χωρίς κάποιο ιστό ή κάποια εξέλιξη του ήρωα. Μερικά από αυτά μάλιστα είναι εντελώς άσχετα και αχρείαστα (όπως και η υποθετική δημιουργία αυτού του τραγουδιού). Το πραγματικό γαμώτο της υπόθεσης είναι ότι με τα μέσα που είχε ο Zemeckis και τις δυνατότητες του σεναρίου, η ίδια ακριβώς ταινία θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει ένα δυνατό και ισχυρό σχόλιο πάνω στην άλλη αμερική, απογυμνώνοντας τις αντιφάσεις ενός λαού μέσα από την απλοική ματιά του Φόρεστ.

Όταν αποφασίζει να πει κάτι, ωστόσο, τα κάνει σκατά. Το μόνο πολιτικό σχόλιο της ταινίας (που πραγματεύεται την πολιτική ζωή μιας χώρας για τρεις δεκαετίες) είναι να παρουσιάσει τους χίπιδες ως ναρκομανείς πασιφιστές που ζητοκραυγάζουν όταν ακούγεται η λέξη fuck, την καθοδήγηση του κινήματος ως φαλλοκράτες και μισογύνηδες μισανθρώπους και τους Μαυρους Πάνθηρες ως φανατισμένους αγκιτάτορες με ανάλογη του Φόρεστ καθυστέρηση. Αυτές οι σχηματοποιήσεις μάλιστα χαρακτηρίζουν όλα τα (είναι και πολλά) κοινωνικά ζητήματα που πιάνει η πορεία του Φόρεστ (κακοποίηση, ρατσισμός, τραυματισμένοι βετεράνοι, ναρκωτικά, AIDS) και η μόνη ίσως αυτοσαρκαστική και σουρεαλιστική πινελιά είναι το ''νόημα'' που βρίσκει ένα κομμάτι της Αμερικής μετά το καταλάγιασμα της σκόνης των '60s με το τρέξιμο του Φόρεστ από την μια άκρη της Αμερικής στην άλλη. Ίσως και το γεγονός της παραδοχής του ότι η πιο ταιριαστή για την διανοητική του καθυστέρηση περιόδος ήταν αυτή στο στρατό. Αποτέλεσμα; Μια ακατάσχετη φλυαρία για να κρύψει ένα σενάριο που δεν έχει κανένα άσο στο μανίκι. Η τελική αίσθηση είναι μια ''ειδησεογραφική''  Ιστορία, με κάτι χαχόλους που θέλουν ενίοτε να πάνε κόντρα αλλά πεθαίνουν από καταχρήσεις και AIDS (και μάλλον έχουν παιδικά τραύματα για να γίνουν ειρηνιστές) όπου ένας καθυστερημένος και ένας σακάτης βετεράνος του Βιετνάμ μπορούν να γίνουν εκατομυριούχοι ψαρεύοντας γαρίδα (μετά από ένα τυφώνα και επειδή crisis is an opportunity).

Χίλιες φορές, οι περιπέτειες του Βαρόνου Μινχάουζεν. Ακόμα και στο σημείο που η Ούμα Θέρμαν βγαίνει από το στρείδι της σαν Αφροδίτη, είναι πιο αληθοφανές από την ιστορία του Φόρεστ.

OVERRATED LVL: 9. Και επειδή από μόνη της η ταινία δεν λέει σχεδόν τίποτα, αλλά και επειδή εκείνη την χρονιά διακρίθηκε έναντι ενός πλούσιου καταλόγου αξιόλογων έως πολύ καλών ταινιών. Τέλος, επειδή πήρε και Όσκαρ, ενώ θα έπρεπε το Pulp Fiction να σηματοδοτήσει μια ριζοσπαστική στροφή κόντρα στον ακαδημαισμό. 


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
;